Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΕΝΗ ΔΑΝΙΗΛΙΔΟΥ ΜΕΡΟΣ Α

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΕΝΗ ΔΑΝΙΗΛΙΔΟΥ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΗ ΕΝΕΦΑΝΙΣΘΗ Ο ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ!

    Η Ελένη Διον. Δανιηλίδου, γεννήθηκε στο χωριό Αναμούρ κοντά στην πόλη Μερσίνα που είναι απέναντι από το νησί Κύπρο, της επαρχίας Κιλικίας.
    Έφυγε από την Τουρκία κατά την μικρασιατική καταστροφή και ήρθε στην Ελλάδα όταν ήταν 10 ετών. Όταν ήρθε κατοίκησε στους Ποδαράδες και εργαζόταν στο εργοστάσιο ταπητουργίας που βρισκόταν εκεί. Σε ηλικία 18 ετών παντρεύτηκε τον Διονύσιο Μιχ. Δανιηλίδη από το χωριό Σαράκιοι του νομού Αϊδινίου Μικράς Ασίας, και κατοίκησε στο χωριό Σπάτα της Αττικής στις 29/04/1930. Η Δανιηλίδου, γέννησε 11 παιδιά εκ των οποίων 10 είναι στη ζωή και ονομάζονται Αναστασία, Μιχάλης, Μανώλης, Χριστίνα, Γεσθημανή, Μαρία, Μάρκος, Σταύρος, Δημήτρης, Αναστάσιος, Γεώργιος.  Την μητέρα της την έλεγαν Αντωνία και τον πατέρα της Ισαάκ Γαβριηλίδη.
     Μετά τον γάμο κατοίκησε στο κτήμα Ηλία Παπακωνσταντή όπου της παρουσιάστηκε ο Ιησούς Χριστός και της υπέδειξε την ανέγερση του Ναού Του. Στις επόμενες σελίδες αφηγείται η ίδια την ιστορία της εμφάνισης του Σωτήρα ενώπιόν της.
†    ―    †

ΠΩΣ ΕΝΕΦΑΝΙΣΘΗ
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΥΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Μια μέρα –λέει η Ελένη Δανιηλίδου- κατά το 1930, ενώ ήμουν σπίτι μου και ετοίμαζα το μεσημεριανό φαγητό, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού μας, τρεις χτύπους. Ήταν κοντά 11π.μ. η ώρα και παραξενεύτηκα, γιατί δεν περίμενα κανένα τέτοια ώρα. Μόλις άνοιξα την πόρτα, είδα μπροστά μου ένα καλόγηρο, με πέδιλα στα πόδια και με φτωχικά ρούχα. Ο άνδρας μου έλειπε στη δουλειά του. Αντίθετα όμως προς τη φτωχική του εμφάνιση, η γαλήνια μορφή του καλόγηρου μου ενέπνευσε σεβασμό, ανάμικτο με κάποια ανεξήγητη ψυχική συγκίνηση. Τον κάλεσα αμέσως να έλθει μέσα για να του προσφέρω από το φαγητό μας που είχε σχεδόν ετοιμασθεί. Εκείνος μου απάντησε: «Δεν ήλθα εδώ για το ψωμί σου και για το φαγητό σου, αλλά για να σε δοκιμάσω». Και ύστερα από μικρή σιωπή, αφού με έβλεπε να απορώ, μου πρόσθεσε: «Παιδί μου, είσαι τεσσάρων μηνών έγκυος και θα γεννήσεις ένα κοριτσάκι το οποίο θα είναι για σας πολύ τυχερό».
      Ο παράξενος καλόγηρος άρχισε έπειτα να μου μιλάει με εκπληκτικές λεπτομέρειες για τα οικογενειακά μου. «θα περάσεις κι άλλα βάσανα μου είπε αλλά στο τέλος θα ευτυχίσεις». Λέγοντας τα τελευταία αυτά λόγια του, βγήκε από την πόρτα. Δεν τον είδα όμως κοιτάζοντας από το παράθυρο να εμφανισθεί καθόλου στο δρόμο και νόμιζα πως πήγε στην κατοικία της νοικοκυράς μου, στην ίδια αυλή. Όταν τη ρώτησα όμως μου είπε πως δεν είδε κανένα καλόγηρο. Την ίδια απάντηση μου έδωσε και η νύφη της νοικοκυράς μου, που έμενε επίσης σε διπλανά δωμάτια.
       Επέρασαν πέντε μήνες από την ημέρα εκείνη και αλλάξαμε εν τω μεταξύ κατοικία στον κ. Καρυστινό όπου γέννησα ένα κοριτσάκι όπως μου είχε προαναφέρει ο καλόγηρος, αφού έτσι συμπληρώθηκαν εννέα μήνες, από τότε που με είχε βεβαιώσει, ότι ήμουν 4 μηνών έγκυος.

     Κατόπιν φύγαμε από την οικία του κ, Καρυστινού και κατοικήσαμε στον κ. Ηλία Παπακωνσταντή, στο οικόπεδο του οποίου όπως έμαθα κατόπιν από την γειτονιά γίνονταν περίεργα πράγματα και όπου συνέβησαν όλα τα θαύματα και εκπληκτικά γεγονότα που θα σας αφηγηθώ παρακάτω.
     Στη θέση λοιπόν που ήταν ο φούρνος του σπιτιού, έλεγαν πολλοί ότι παρατηρούσαν, όχι σπάνια, μερικά περίεργα σημεία (σημάδια) τα οποία μη ξέροντας που να τα αποδώσουν, σταυροκοπιόντουσαν. Άλλοι μη γνωρίζοντας ότι τα σημεία ήταν Θεία, όπως αποδείχτηκε αργότερα, διέδιδαν ότι στη θέση εκείνη έβγαιναν διάφορα ξωτικά! Κάποιος χωρικός που τον έλεγαν Κυριάκο Πουλάκη, έλεγε ότι όταν περνούσε από το μέρος εκείνο, ένιωθε το χέρι του να σηκώνεται, άθελά του, σαν κάποιος μαγνήτης να το τραβούσε, και έκανε το σημείο του σταυρού.
      Μια μέρα ο Δημητράκης, ένα παιδί 17 ετών, ενώ γύριζε από το χωράφι του,
 πήγε για να πάρει άχυρο, το οποίο είχαν σε μια αποθήκη του οικοπέδου για τα ζώα του. Έξαφνα βλέπει στον φούρνο του οικοπέδου, (εκεί που σήμερα είναι ένα αναμνηστικό μαρμάρινο εικονοστάσι, που τοποθετήθηκε εκεί κατόπιν επιθυμίας του Κυρίου), έναν άνθρωπο γέροντα σαν «επαίτη» (ζητιάνο) που άπλωνε τα χέρια του σαν να ζητούσε ελεημοσύνη. Το παιδί αυτό δεν είχε τη στιγμή αυτή ούτε μια δεκάρα για να ελεήσει τον γέρο επαίτη. Μόλις όμως προχώρησε δυο τρία βήματα βρήκε ένα νικέλινο δίδραχμο και γύρισε πίσω για να τον ελεήσει αλλά δεν τον είδε εκεί. Αυτό το πράγμα έκανε εντύπωση στον νεαρό και το διηγήθηκε, γιατί δεν ήταν δυνατόν να εξαφανισθεί τόσο σύντομα ένας άνθρωπος σε ανοιχτό χώρο. Επίσης είπε το παιδί ότι έβλεπε πολλές φορές να είναι αναμμένο ένα καντήλι δίπλα στο φούρνο και υπέθετε ότι κάποιος χριστιανός θα το άναβε. Αυτά και άλλα πολλά έλεγαν οι χωρικοί ότι είχαν συμβεί στην τοποθεσία αυτή, τα οποία δημιούργησαν ένα θρύλο που επηρέαζε τις ψυχές τους…
†    ―    †

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

     Ήταν όπως θυμάμαι παραμονή του Αγίου Νικολάου και κατά τις 11 το πρωί άκουσα να χτυπούν πάλι την πόρτα μου τρείς φορές. Άνοιξα και βρέθηκα μπροστά σε ένα γέροντα καλόγηρο που μου ζήτησε λίγο ψωμί. Αμέσως πήρα στα χέρια μου μια πίτα μικρή έως 100 «δράμια» περίπου(Το δράμι είναι μονάδα μέτρησης βάρους που χρησιμοποιούταν στην Ελλάδα μέχρι το 1959. Ένα δράμι στην Ελλάδα ήταν ισοδύναμο με 3,203 γραμμάρια. 400 δράμια ισοδυναμούσαν με μια οκά).(όπως αυτές που κάνουμε την Καθαρή Δευτέρα) που ήταν ακόμη λίγο ζεστή και του την προσέφερα. Όταν ο σεβάσμιος γέρος πήρε την πίτα στα χέρια του άρχισε να μου λέει τα εξής:
      «Ο σύζυγός σου είναι στη φυλακή και ο κόσμος σου λέει ότι θα καθίσει πολύ καιρό ακόμη. Μην πιστεύεις όμως ότι σου λέει ο κόσμος, αλλά άκουσε αυτά τα οποία θα σου πω εγώ.
      (Ο σύζυγός μου ήταν πραγματικά στη φυλακή, γιατί του είχε ρίξει κάποιος κακός φίλος του ονομαζόμενος Ιορδάνης μερικά δράμια καπνό στην τσέπη του και ύστερα ο ίδιος τον κατήγγειλε ότι είχε καπνό λαθραίο και καταδικάστηκε από τη δικαιοσύνη σε 2500 δραχμές πρόστιμο τις οποίες δεν είχε να πληρώσει).
      Ο σύζυγός σου θα μείνει ακόμη δυο μήνες στη φυλακή και κατόπιν θα βγει». Αυτά τα λόγια μου είπε ο γέρος και παίρνοντας την πίτα μαζί του, έφυγε.
     Αντιλήφτηκα ότι δεν είχα δυνάμεις την στιγμή που μου μιλούσε ούτε να ρωτήσω ούτε να απαντήσω. Ένοιωσα όμως μια δροσιά και μια ευχαρίστηση στη ψυχή μου, ενώ δεν κατάφερα να τον ακολουθήσω φεύγοντας. Αλλά σε λίγο ανέκτησα τις δυνάμεις μου και τότε βγήκα στην αυλή όπου παρατήρησα με έκπληξή μου ότι η πίτα την οποία έδωσα προ ολίγου στον γέροντα, βρισκότανε πάνω στον φούρνο. Αμέσως τότε, πήγα σε μια γειτόνισσα μου και της αφηγήθηκα αυτά που είχαν συμβεί πριν από λίγο. Αυτή τότε μου απάντησε: «Πάρε την πίτα πάλι στο σπίτι σου γιατί φαίνεται πως ο γέρος δεν θα ήθελε ψωμί, αλλά λεφτά».
     Πήρα πραγματικά την πίτα και την πήγα σπίτι μου και συνέβη το εξής καταπληκτικό. Να τρώγω και να χορταίνω επί επτά μέρες συνεχώς και η πίτα να μην τελειώνει. Στα χέρια μου την ένιωθα επί επτά μέρες όπως την έβγαλα από το φούρνο, φρεσκότατη και ζεστή. Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση και πήγα και ρώτησα την κ. Κατίνα Μιχ. Αναστασίου, η οποία όταν της είπα το θαύμα αυτό της πίτας μου είπε: «¨Αχ δεν έπρεπε να μου το πεις γιατί μπορεί να  είναι κανένας άγιος». Γυρίζοντας αμέσως στο σπίτι μου δεν βρήκα στην ντουλάπα μου την πίτα, την οποία άφησα πριν λίγο και την οποία μόνο εγώ ήξερα που την είχα.
     Στενοχωρήθηκα τόσο πολύ όσο ποτέ στη ζωή μου. Ευχαριστώ όμως και πάλι τον Θεό γιατί επέτρεψε σε μένα την ταπεινή Του δούλη, να απολαύσω επί επτά μέρες εκείνο το οποίο πήρε στα χέρια Εκείνος ο λυτρωτής της ανθρωπότητας, ο Ιησούς Χριστός μας!!!
     †    ―    †

ΤΡΙΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

     Μια μέρα και ενώ ήμουν τώρα έγκυος στο δεύτερο παιδί μου, άκουσα τρείς χτύπους στην πόρτα του σπιτιού μου και στην ερώτησή μου «ποιος είναι» άνοιξε η πόρτα και παρουσιάστηκε ο γνωστός μου γέρος μοναχός, ο οποίος αυτή τη φορά ήταν διαφορετικός ως προς την ουράνια μορφή και την εξωτερική ωραία ενδυμασία του. « Εγώ είμαι παιδί μου Ελένη , μου είπε, μη φοβείσαι, ήλθα να σου πω αυτά τα λόγια και να φύγω. Είσαι παιδί μου τεσσάρων μηνών έγκυος, θα γεννήσεις καλά και το παιδί που θα γεννηθεί θα είναι αγόρι. Μόνο πρόσεξε να τηρήσεις πιστώς αυτά μου τα λόγια. Ότι και αν υποστεί το βρέφος, έστω και αν κινδυνεύσει η ζωή του ακόμη, να μην το βαφτίσεις εάν δε σου πω εγώ».
    Κατόπιν αφού έστρεψε το βλέμμα του προς τις εικόνες και παρατήρησε ότι το καντήλι ήταν σβησμένο, πλησιάζει προς το εικονοστάσι και αφού πήρε το καντήλι στα χέρια του το είδα αυτόματα να ανάβει. Κατόπιν αφού πήρε το θυμιατήρι άρχισε με ένα μυστήριο τρόπο να θυμιατίζει τις άγιες εικόνες και γύρω από την οικία μου. Ύστερα άφησε το θυμιατό πάνω στο παράθυρο και αφού μου υπενθύμισε την εντολή που μου έδωσε για το παιδί, βγήκε από το σπίτι και έκλεισε μόνος του την πόρτα.
    Είναι αλήθεια ότι κατά την εμφάνιση αυτού του καλόγηρου δεν μπόρεσα να προφέρω ούτε μια λέξη από τη στιγμή που ήρθε έως τη στιγμή που αναχώρησε. Προσπάθησα να τον ακολουθήσω αφού έφυγε αλλά δεν το κατόρθωσα. Νόμιζα πως μια εσωτερική δύναμη με
έσπρωχνε προς τα πίσω. Ύστερα από λίγα λεπτά βγήκα στην γειτονιά αλλά ούτε είδα ούτε άκουσα τίποτα σχετικό που να αφορούσε τον γέροντα μοναχό.
    Εκείνο κυρίως που μου προξένησε μεγάλη εντύπωση είναι ότι παρ’ όλες τις προσπάθειες που έκανα σε κάθε εμφάνιση του μυστηριώδους μοναχού να εξακριβώσω κάτι γι’ αυτόν, δεν κατόρθωνα τίποτα. Όλους όσους ρωτούσα μου απαντούσαν ότι τέτοιον γέροντα μέχρι σήμερα στο χωριό μας, ούτε είδαμε ούτε γνωρίσαμε, αλλά ούτε συναντήσαμε.
     Αναμφισβήτητα, η επαλήθευση του λόγου μου ήταν εκείνο ακριβώς το οποίο με έκανε να πιστεύω ακράδαντα ότι ο γέροντας δεν ήταν τυχαίος και απλός άνθρωπος, αλλά ότι πρόκειται για άνθρωπο που έχει θεία δύναμη.
†    ―    †

Ο   ΠΑΝΤΟΓΝΩΣΤΗΣ   ΘΕΟΣ
ΕΙΣ  ΤΗΝ  ΦΤΩΧΙΚΗΝ  ΜΑΣ  ΟΙΚΙΑΝ

      Την 15ην Αυγούστου εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και ώρα 3 μμ , μου συνέβη άλλο αξιοθαύμαστο γεγονός. Ενώ βρισκόμουν μέσα στην οικία μου, βλέπω να ανοίγει η θύρα ύστερα από τρεις χτύπους και να μπαίνει ο γέρο-καλόγηρος, ο οποίος κάθισε στη συνηθισμένη του θέση και αμέσως άρχισε να μου λέει: «Ελένη παιδί μου, είμαι κουρασμένος. Δώσε μου κάτι να φάγω». Αμέσως έβαλα μέσα σε ένα πιάτο σούπα από κρέας και ένα κομμάτι βραστό που ήταν της κόρης μου η οποία δεν το έφαγε το μεσημέρι και το φύλαξα για το βράδυ. Μη έχοντας τίποτα άλλο να του δώσω, του έδωσα το φαγητό της κόρης μου, Αναστασίας. «Αυτό το κομμάτι του κρέατος, μου λέγει, είναι το μερίδιον της κόρης σου της Αναστασίας. Πάρε το λοιπόν και να το δώσεις εις αυτήν». Και ο γέρος άρχισε να τρώει μόνο τη σούπα. Αλλά παρατήρησα ότι ενώ έτρωγε η σούπα ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕ! Ύστερα αφού μου έδωσε λίγες οικογενειακές συμβουλές, αναχώρησε λέγοντάς μου μόνο, «εγώ φεύγω». Σημειωτέον ότι όταν μπήκε ο καλόγηρος στο σπίτι μου, βρισκόταν εκεί και ο σύζυγός μου, ο οποίος εκείνη τη στιγμή κοιμότανε και δεν άκουσε απολύτως τίποτα από όσα είπαμε ο καλόγηρος και εγώ. Μόλις ξύπνησε ο σύζυγός μου, παρατήρησε ότι έκλαιγα και με ρώτησε: «Γιατί κλαίς, τι έχεις;». Τότε άρχισα με μεγάλη συγκίνηση να του διηγούμαι τι είχε συμβεί και να τονίζω ιδιαιτέρως ότι μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι ο καλόγηρος γνώριζε πως το κρέας που του πρόσφερα ήταν της κόρης μου της Αναστασίας. Και από την συγκίνηση δεν μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου.


†    ―    †

ΤΕΤΑΡΤΗ  ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ  ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ

     Σύμφωνα με την προφητεία του Σεβάσμιου γέροντα γέννησα το δεύτερο παιδί μου και μετά από περίοδο σαράντα ημερών αφού πήρα την καθιερωμένη ευχή από την Εκκλησία είδα στον ύπνο μου, πως εγώ και η μικρή κορούλα μου Αναστασία μαζί με μια γειτόνισσα βρισκόμασταν σε ένα ψηλό βουνό όπου υπήρχε μια σπηλιά με μια Εκκλησία και μόλις μπήκαμε μέσα είδαμε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, γυμνό, όπως στην Ανάσταση, φορώντας στο κεφάλι του το αγκάθινο στεφάνι. Έκανα αμέσως μετάνοιες πολλές και όταν τελείωσα ζήτησα να ασπαστώ το χέρι του Χριστού, αλλά η Παναγία με το χέρι της με εμπόδισε και μου είπε: «Μη ακόμη. Έχεις καιρόν δια να ασπασθείς το χέρι Του. Να κάμνεις 20 μετάνοιες κάθε πρωί και κάθε βράδυ επί σαράντα ημέρες και έπειτα θα αξιωθείς να φιλήσεις το χέρι του γιού μου».
    Εγώ πίστεψα απολύτως στα λόγια που μου είπε η Παναγία στο όνειρό μου και έκανα κατά γράμμα ότι μου είπε.

†    ―    †

ΠΩΣ  ΕΣΩΘΗ  ΤΟ  ΠΑΙΔΙ  ΜΟΥ
   
     Ήταν παραμονή των Βαΐων όταν οι 40 μέρες έληξαν. Το πρωί κατά τις 11 άκουσα και πάλι εκείνο τον περίεργο χτύπο στην εξώπορτά μου, και λέω, «εμπρός, ποιος είναι»; «Εγώ», απαντά ο γέρος και ανοίγει την πόρτα του δωματίου. «Άκουσε Ελένη παιδί μου, μου λέγει. Να σου πω. Οι μετάνοιές σου τελείωσαν, μόνο ένα σου υπολείπεται ακόμη να κάμεις, εάν θέλεις τελείως να συγχωρεθείς. Να υπάγεις να συναντήσεις την θετή σου μητέρα που βρίσκεται στα Πετράλωνα, και να συγχωρεθείτε, να αγαπήσετε. Κατόπιν να υπάγεις εις την θεία σου Θεοφανία, η οποία κατοικεί εις τον Πειραιά και να παραλάβεις την μικράν κόρην σου Αναστασίαν, διότι εάν και αύριο μείνει εκεί θα πάθει μεγάλο κακό, εάν όμως ευρίσκεται πλησίον σου εδώ δεν θα πάθει τίποτε». Και με τα λόγια αυτά εξαφανίστηκε. Το απόγευμα περίμενα τον άντρα μου με αγωνία για να του πω το γεγονός. Όταν γύρισε ο Διονύσης από την δουλειά του (ήταν κτίστης) και άκουσε τα λόγια μου, συγκινήθηκε τόσο, ώστε γονατιστός και με ευλάβεια, μπροστά από τις σεβαστές εικόνες που είχαμε, σήκωσε τα χέρια του προς τον Θεό και ζήτησε την επέμβαση της Θείας δύναμης. Στράφηκε μετά σε εμένα και μου είπε: «Αυτά τα οποία βλέπεις δεν πρέπει να τα εκμυστηρεύεσαι στον ένα και στον άλλο. Πιστεύω ότι αυτός ο άνθρωπος που σου παρουσιάζεται συχνά θα είναι ασφαλώς κανένας Άγιος. Εσύ πάντως δεν πρέπει να αδιαφορήσεις, αυτά που σου είπε πρέπει να τα κάνεις».
     Την άλλη μέρα πήγα πραγματικά στα Πετράλωνα, βρήκα την μητριά μου και ζήτησα συγχώρεση. Αυτή όχι μόνο με συγχώρεσε, αλλά και με αγκάλιασε και έκλαψε μαζί μου. Έμεινα κοντά της περίπου δύο ώρες και έπειτα πήγα στη θεία μου στον Πειραιά, για να πάρω την μικρή μου κόρη. Η θεία μου προσπάθησε με κάθε τρόπο να με κρατήσει μια ημέρα κοντά της. Δεν μπορούσα όμως να την ευχαριστήσω γιατί είχα υπ’ όψιν μου τους σοβαρούς λόγους του γέροντα. Ο καιρός δεν ήταν καλός και φαινόταν πως θα έβρεχε.
     Πραγματικά στο δρόμο άρχισε να βρέχει και αργότερα η βροχή δυνάμωσε. Το αποτέλεσμα ήταν να βραχεί το μικρό και μόλις το έβαλα στην κούνια του άρχισε να το βασανίζει ο πυρετός. Επί τρείς ημέρες η κατάσταση του παιδιού μου ήταν η ίδια. Την Τρίτη μέρα, δηλαδή την Μεγάλη Τετάρτη όμως, βλέποντας να επιδεινώνεται η κατάσταση του μικρού μου, άρχισα να κλαίω απαρηγόρητα, ενώ συγχρόνως παρακαλούσα από τα βάθη της ψυχής μου τον Κύριο, να ευσπλαχνισθεί την οικογένειά μου και να χαρίσει την υγεία στο λατρευτό μου παιδί.
     Η ώρα θα ήταν περίπου 11 πμ. Και ενώ είχα σκύψει πάνω από το προσκέφαλο του μικρού μου παιδιού και με δάκρυα στα μάτια περίμενα από στιγμή σε στιγμή την «εξ ύψους βοήθεια», αιφνιδιάστηκα όταν άκουσα τον παρήγορο εκείνο χτύπο. Και όπως έγινε φανερό από τα γεγονότα, ο Κύριος ο Άρχων της ζωής και του θανάτου, άκουσε την φωνή της δέησής μου και πριν τελειώσω τις τελευταίες λέξεις εμφανίστηκε η γλυκιά μορφή του σεβάσμιου Μοναχού. Ποιος είναι; Ρώτησα μόλις άκουσα τους τρεις χτύπους «Εγώ είμαι παιδί μου Ελένη» απαντά, ενώ συγχρόνως ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο Μοναχός. Με πλησίασε και μου είπε:
      «Τι έχετε πάθει; Γιατί είσαι στενοχωρημένη;» Πώς να μην είμαι στενοχωρημένη γέροντα, του λέω, να το παιδί μου έχει τώρα τρεις μέρες που αρρώστησε και με όλη μου την προσπάθεια αντί να καλυτερεύσει η κατάστασή του, χειροτερεύει.
 «Μην κλαίς, μου λέει Ελένη παιδί μου» και αγγίζει με την ευλογημένη δεξιά Αυτού χείρα στο μέτωπο του ασθενούς παιδιού μου. Με λόγια παρηγορητικά, προσπαθεί να με πείσει ότι το παιδί μου δεν έχει τίποτα, ότι δεν πρέπει να κλαίω, και ότι πρέπει να παύσω πλέον να στεναχωριέμαι για την αρρώστια του παιδιού μου. Και έπειτα πλησίασε στο κρεβατάκι του μικρού. Την ώρα εκείνη το πρόσωπό Του έλαβε διάφορες εκφράσεις. Καταλάβαινε κανείς παρατηρώντας το πρόσωπό Του, ότι στο δωμάτιό μου δεν βρισκόταν εκείνη τη στιγμή κάποιος απλός άνθρωπος, αλλά κάποιος ανώτερος που κατά Θείο πρόσταγμα είχε την δύναμη να σκορπίσει την χαρά και την υγεία μέσα στο φτωχικό μου σπίτι. Στάθηκε λοιπόν ο γέροντας στην κλίνη του μικρού, έσκυψε επάνω του και χαϊδεύοντας το, του έβαλε στο στόμα μια άσπρη σκόνη, σαν το λευκό μάρμαρο και στράφηκε προς εμένα που είχα μείνει αμίλητη, βλέποντας σαν Θαύμα την διαφορά της υγείας του παιδιού μου, μόλις έλαβε και ήπιε την μικρή εκείνη δόση από τα χέρια του γέροντα, μου είπε: «Μην ταράζεσαι, μην ανησυχείς και το παιδί σου δεν θα πάθει τίποτα. Μόνο πρόσεξε να κάμεις αυτό το οποίο τώρα θα σου ειπώ. Σας είχα δώσει εντολήν, ότι ακόμα κι αν το μικρό κινδυνεύσει να αποθάνει, να μην το βαπτίσετε προτού σας έλεγα εγώ. Λοιπόν ήρθε η ώρα που πρέπει να βαπτισθεί. Αύριο, Μεγάλη Πέμπτη, προ της ακολουθίας του όρθρου, να ειδοποιήσετε τον εφημέριο της εκκλησίας σας δια να βαπτίσει το παιδίον. Γνώριζε δε και τούτο. Ότι κατά την τέλεση του μυστηρίου, θα παρευρίσκομαι και εγώ, με μόνη την διαφορά ότι δεν θα δυνηθεί κανείς να με ίδει, εκτός από ένα ή και δύο άτομα. Εγώ τώρα θα φύγω και πρόσεξε να κάμεις αυτό που σου είπα.» (εδώ πρέπει να σημειώσω ότι όταν εμφανιζόταν ο γέροντας καλόγηρος, μου έλεγε: «Εγώ είμαι παιδί μου Ελένη», και όταν έφευγε,
έλεγε: «Φεύγω εγώ». Αυτά επαναλάμβανε σε κάθε του εμφάνιση).
   Το βράδυ, όταν ο σύζυγός μου γύρισε από την εργασία του, τον πληροφόρησα λεπτομερώς για τα όσα συνέβησαν. Ο άντρας μου όταν με άκουσε να εξιστορώ τα θαυμάσια της ημέρας εκείνης γεγονότα, άρχισε να σταυροκοπιέται και να δοξάζει και να ευχαριστεί τον Άγιο Θεό. Πιστεύοντας χωρίς καμία αμφιβολία, σηκώθηκε αμέσως, πήγε στον ιδιοκτήτη της οικίας μας και τον παρακάλεσε να πάνε στο σπίτι του εφημέριου, να του εξιστορήσουν πως έχουν τα πράγματα, γιατί ο ιδιοκτήτης μας επρόκειτο να βαπτίσει το παιδί. Ο πατήρ Αριστείδης δέχθηκε ευχαρίστως να βαπτίσει το παιδί την επόμενη μέρα, πριν από την ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης. Κατά την τέλεση όμως του Μυστηρίου, συνέβη το εξής αξιοθαύμαστο.
     Κατά την ώρα της Κατηχήσεως ενώ ως συνήθως εμείς οι γονείς των παιδιών βρισκόμασταν έξω από την οικία και ακριβώς την στιγμή που έπρεπε να δοθεί το όνομα στο νεοβαπτιζόμενο, η μικρή μου κόρη Αναστασία άρχισε να φωνάζει αναζητώντας τους γονείς της. «Παππούς – Παππούς» (Παππού η μικρή Αναστασία έλεγε τον σεβάσμιο Καλόγηρο). Μετά από λίγο από τις κραυγές της κόρης μου, εκτός από εμάς τους γονείς της μπήκαν μέσα και άλλοι πολλοί άνθρωποι επιθυμώντας να δουν τον Άγιο γέροντα, αλλά παρ’ όλες τις προσπάθειές τους, κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν μπόρεσε να τον δει αν και η μικρή εξακολουθούσε να δείχνει με τα χέρια της προς αυτούς, το μέρος όπου είχε σταθεί ο Σεβάσμιος γέροντας.



†    ―    †

ΠΕΜΠΤΗ  ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ  ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ

     Την παραμονή της Ζωοδόχου Πηγής, ενώ βρισκόμουν στο δωμάτιο μου και διάβαζα ένα θρησκευτικό βιβλίο άκουσα τον συνηθισμένο χτύπο. Αμέσως κατάλαβα περί τίνος πρόκειται, αλλά προτού να προλάβω άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο καλόγηρος, όχι όμως όπως άλλοτε αλλά πολύ διαφορετικός στην εμφάνιση. Και τούτο διότι, ενώ άλλοτε εμφανιζόταν σε ηλικία 65-70 ετών και με ρούχα παλιά σαν ένας φτωχός γέρος που είχε ανάγκη ανθρώπινης βοήθειας, αυτή τη φορά, με κατάπληξή μου αντίκρισα έναν άντρα νεαρό έως 30 ετών, με λαμπρή ενδυμασία. Από την απροσδόκητη αυτή αλλαγή ένιωσα να αλλάζει το χρώμα του προσώπου μου και η γλώσσα μου δέθηκε χωρίς να μπορεί να προφέρει ούτε λέξη.
     Ο νεαρός Μοναχός βλέποντας την ψυχολογική μου κατάσταση και την μεγάλη ταραχή μου, άρχισε αμέσως με τα Θεία Του λόγια να με καθησυχάζει. «Μη φοβάσαι μου λέει, μην ανησυχείς. Εγώ είμαι. Πρόσεξε μόνο να κάμεις αυτό που θα σου πω. Αύριον να απομακρύνετε από το μέρος του φούρνου όλες τις ακαθαρσίες και την κόπρον, ώστε ο τόπος αυτός να είναι καθαρός, διότι δεν δύναμαι πλέον να υποφέρω αυτές τις ακαθαρσίες. Τον φούρνον δε άλλη φορά να μην τον χρησιμοποιήσετε αλλά εις το έμπροσθεν αυτού θα ανάπτεις πάντοτε κανδήλι. Επειδή δε είσαι πτωχή και αδυνατείς να διαθέτεις το έλαιον, εγώ θα φροντίζω δι’ αυτό. Εάν δε κάποτε στερηθείς τούτο τελείως να μην στενοχωρείσαι, εγώ θα ανάπτω το κανδήλι. Και το πρώτο που θα ανάψετε το κανδήλι μου θα το πάρετε από το νοικοκύρη σας». Με πολύ σεβασμό και μεγάλη συγκίνηση αλλά χωρίς φόβο (γιατί εφ’ όσον βρισκόμουν κοντά στον Κύριο ποτέ δεν ένιωσα φόβο) τον ρώτησα για πρώτη φορά: «Ποιος είσαι πάτερ δια να σου ανάψω κανδήλι και τι θα πει ο κόσμος;» «Ο κόσμος δεν θα πει τίποτε, μου απαντά. Και αυτοί που θα πουν θα μετανοήσουν. Εγώ είμαι ο Ιησούς Χριστός» είπε με μια φωνή μελωδική επιβλητική και αμέσως εξαφανίστηκε σε μια εκτυφλωτική λάμψη, που με έκανε να κλείσω τα μάτια μου.
     Όταν μετά από λίγο συνήλθα, από την απροσδόκητη, πρωτοφανή και Ουράνια εξαφάνισή του, έσπευσα αμέσως να καθαρίσω το μέρος του φούρνου και ύστερα το άσπρισα. Όταν γύρισε ο άντρας μου από την δουλειά και του είπα τα καταπληκτικά συμβάντα και την παραγγελία του Ιησού Χριστού να ανάψουμε κανδήλι, γονάτισε μπροστά στα εικονίσματα και προσευχήθηκε για την μεγάλη χάρη και τιμή που έγινε στο φτωχικό μας σπίτι. Την άλλη μέρα πήγε ο σύζυγός μου και παρήγγειλε ένα φανάρι, γιατί σκεφτήκαμε ότι ανοικτό το κανδήλι δεν θα βαστούσε αναμμένο από τον αέρα, έχοντας υπ’ όψιν να το ανάψουμε την επόμενη, ανήμερα της Ζωοδόχου Πηγής, όπως μου είπε ο Κύριος.
     Την άλλη μέρα πήγα στον νοικοκύρη μου, ο οποίος μου έδωσε μια οκά λάδι και στον οποίο δεν είπα ακόμη γιατί το θέλω και άναψα το κανδήλι για πρώτη φορά. Το κανδήλι το τοποθέτησα στο μέρος ακριβώς του φούρνου όπου ο Κύριος άφησε την πίτα.
     Την ίδια μέρα η μικρή μου κόρη Αναστασία, η οποία ήταν μόλις δύο ετών, βγήκε από το σπίτι με τα παιδικά της παιχνίδια για να παίξει. Όταν απομακρύνθηκε λίγο από το σπίτι και προχώρησε στον δρόμο, περνούσε την ώρα εκείνη ένα αμάξι (άμαξα, κάρο) το οποίο από απροσεξία του αμαξά, την ανέτρεψε και την πάτησε.
     Τότε άρχισε η μικρή να φωνάζει και στις φωνές της έτρεξαν μερικοί γείτονες για να δώσουν τις πρώτες βοήθειες στην κόρη μου. Την πήραν στην αγκαλιά τους και μου την έφεραν σπίτι. Εγώ ήμουν απασχολημένη με το μωρό μου, όταν άξαφνα ακούω την φωνή του γνωστού μου καλόγηρου, τον οποίο δεν έβλεπα αυτή την φορά, να επαναλαμβάνει το όνομά μου τρεις φορές: «Ελένη, Ελένη, Ελένη». Μόλις άκουσα την φωνή, ρώτησα: «Ποιος είναι; Τι τρέχει;» Και η ίδια φωνή μου απάντησε: «Ελένη άφησε γρήγορα το παιδί σου στην κούνια και τρέξε έξω». Πετάχτηκα αμέσως έξω στην αυλή μου όπου άκουσα φωνές και κλάματα και οχλοβοή. Κατατρομαγμένη μόλις άνοιξα την πόρτα, βλέπω την μικρή μου κόρη Αναστασία σαν μισοπεθαμένη στα χέρια των γειτόνων μου. Όλοι προσπαθούσαν να με καθησυχάσουν και να με παρηγορήσουν λέγοντας ότι δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Εγώ φώναζα: «Τι έχει το κορίτσι μου; Γιατί βρίσκεται σε τέτοια χάλια; Σε αυτήν την άθλια κατάσταση;» «Το πήρε λίγο η ρόδα του αμαξιού. Το χτύπησε και έπεσε κάτω».
    Δυστυχώς όμως η κόρη μου δεν είχε χτυπήσει λίγο αλλά η ρόδα του αμαξιού είχε περάσει πάνω από το σώμα της. Νόμιζε κανένας, ότι σε λίγα λεπτά η μικρή μου Αναστασία θα ξεψυχούσε. Ο Ύψιστος όμως δεν ήθελε να αφαιρέσει από τις μητρικές μου αγκαλιές την πρωτότοκή μου κόρη. Γι’ αυτό είχε συντελεσθεί το θαύμα, το αμάξι είχε περάσει πάνω από το σώμα του παιδιού, το τόσο τρυφερό και εύθραυστο, χωρίς να πάθει ούτε κάταγμα ούτε κανένα τραύμα. Ο Κύριος το είχε προστατεύσει με την άπειρη ευσπλαχνία του και το έλεός του. Εν τω μεταξύ οι γείτονες είχαν τρέξει να φέρουν το γιατρό. Στον δρόμο τον είχαν βεβαιώσει πως είδαν να περνάνε οι ρόδες του κάρου επάνω από το κορμάκι της μικρής. Μα ο γιατρός μόλις την εξέτασε δεν βρήκε τίποτα, εκτός από διάφορους μώλωπες και κάνοντας τον σταυρό του μου είπε: «Κυρά μου το παιδί σου δεν έχει τίποτα σοβαρό. Γλίτωσε ως εκ θαύματος».
    Όταν συνήλθε τελείως η Αναστασία μου ζήτησε να την βάλω να αναπαυθεί. Πριν κοιμηθεί όμως, ζήτησε την εικόνα της Θεοτόκου, την πήρε στα χέρια της, την φίλησε και είπε: «Παναϊτσα μου, κάνε με καλά να πάω άβιο να πάλω καραμέλες…». Και η Παναγία εξεπλήρωσε την παράκληση της αθώας ψυχούλας της μικρής. Έτσι πραγματοποιήθηκε και η προειδοποίηση του Μοναχού ότι το παιδί αν ήταν κοντά μου δεν θα πάθαινε τίποτα.
†    ―    †

ΤΟ  ΟΡΑΜΑ  ΤΗΣ  ΑΣΗΜΕΝΙΑΣ

     Μια μέρα η γειτόνισσά μου κ. Ασημένια, μου εξέφρασε την απορία της γιατί άναβα διαρκώς κανδήλι μπροστά στο φούρνο. Εγώ της εξήγησα τους λόγους και την επομένη η κ. Ασημένια, χωρίς να πει τίποτα, πήγε μόνη της λάδι κι άναψε το κανδήλι. Το ίδιο βράδυ είδε μέσα στον βαθύ ύπνο της, πως μπήκαν στο δωμάτιό της όταν κοιμότανε, μια γυναίκα ψηλή και ωραία ντυμένη σεμνά μαζί με ένα σεβάσμιο γέροντα ο οποίος άρχισε σαν αρχιερέας, να ευλογεί και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού της. Η Ασημένια ξύπνησε, ταραγμένη και προσπαθούσε να δώσει μια εξήγηση του παράδοξου ονείρου της, όταν την άλλη μέρα το πρωί εκεί που άναβα φωτιά ακούω στην πόρτα μου τους συνηθισμένους πια τρεις χτύπους. Ανοίγω και βρίσκομαι μπροστά στη Θεία μορφή του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού ο οποίος μου έδωσε εντολή να πάω στην Ασημένια και να της πω ότι αυτό που είδε στον ύπνο της δεν ήταν όνειρο αλλά πραγματικότητα.
      Της είχε εμφανισθεί ο Κύριος , επειδή είχε πάει αυθόρμητα, μόνη της, λάδι και είχε ανάψει το κανδήλι του.
     «Να της ειπείς, παιδί μου Ελένη, εξακολούθησε ο Κύριος, να ειπεί και εις τους αδελφούς της να έρχονται να μου ανάβουν το κανδήλι και θα έχουν την βοήθειά μου».
     Εγώ συγκινήθηκα και δεν μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου που άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου και τόλμησα να πω στον Κύριο: «Καλά, Κύριε, όταν όλα αυτά τα μάθουν οι χωρικοί τι θα πουν»; Γιατί σκέφτηκα μήπως με παρεξηγήσουν πολλοί και με συκοφαντούσαν εκθέτοντας και την οικογένειά μου, ότι τάχα με τον τρόπο αυτόν επεδίωκα ίσως να αποκτήσω υλικά συμφέροντα. Γι’ αυτό και είχα αναλυθεί σε δάκρυα μπροστά στο Σωτήρα. «Γιατί παιδί μου Ελένη κλαίς;» με ρώτησε. «Κλαίω γιατί σκέφτομαι τι θα πουν οι άνθρωποι όταν ακούσουν από το στόμα μου τέτοια λόγια».
     Τότε  ο Κύριος με ένα ελαφρό καλοκάγαθο χαμόγελο μου είπε: «Να μην φοβείσαι, Ελένη παιδί μου, καθόλου. Όλα αυτά τα οποία γνωρίζεις δι’ εμέ, ειπέτα εις τους ανθρώπους και εγώ θα σε φωτίσω. Εις το τέλος θα νικήσουν οι λόγοι σου και το θέλημά μου θα γίνει. Τώρα εγώ φεύγω….» Και εξαφανίστηκε.
†    ―    †

ΟΠΟΥ  Η  ΕΛΕΝΗ  ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ
ΤΑΣ  ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ  ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ

    Εγώ, αμέσως σχεδόν, μόλις έφυγε ο Κύριος, πήγα στο σπίτι της Ασημένιας και άρχισα να της διηγούμαι το όραμα που είχε δει στον ύπνο της. Εκείνη ξαφνιάστηκε γιατί δεν το είχε αφηγηθεί σε κανένα και με κοίταξε με έκπληξη και απορία.
    Τότε της εξήγησα την εμφάνιση του Κυρίου και τα όσα μου είπε, να καταστήσω δηλαδή γνωστά τα θαύματα των εμφανίσεών του. Η Ασημένια ύστερα από όσα της είπα πίστεψε και τα υπερφυσικά και τα θεία γεγονότα διαδόθηκαν γρήγορα στο χωριό. Άρχισε σπίτι μας να μαζεύεται πολύς κόσμος, για να ακούσει από το στόμα μου όλα όσα συνέβησαν και πολλοί δεν μπορούσαν να παραδεχτούν πως εμφανίζεται ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός. Δεν ήταν μάλιστα λίγοι εκείνοι που γυρίζοντας στο χωριό με ειρωνεύονταν και με περιγελούσαν, διαδίδοντας  ότι ψευδολογούσα. Άλλοι όμως, ερχόντουσαν σπίτι μου με πραγματική ευλάβεια και ακούγοντας την αφήγησή μου καταλαμβανόντουσαν από κατάνυξη και παραδεχόμενοι την αλήθεια δόξαζαν τον Θεό.
†    ―    †

                             Ο  ΚΥΡΙΟΣ  ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ
                         ΕΙΣ  ΤΗΝ  ΑΝΝΑ  ΚΑΛΑΜΙΩΤΗ

    Μεταξύ αυτών που δεν πίστεψαν στην εμφάνιση του Κυρίου από εμένα, ήταν στο χωριό μας και κάποια Άννα Καλαμιώτη η οποία αμφέβαλε για όσα λέγονταν και άρχισε να λέει σε συνομιλίες με τις γειτόνισσές τις ότι εγώ αποβλέπω σε υλικά συμφέροντα και ότι δεν μπορεί ποτέ μια παντρεμένη γυναίκα να βλέπει τον Χριστό. Σαν να είμαστε οι παντρεμένες γυναίκες, καταραμένες. Αλλά το πρώτο θαύμα του Κυρίου ποιο είναι; Δεν είναι η ευλογία του Γάμου εν Κανά της Γαλιλαίας; Το ίδιο βράδυ όμως ο Κύριος θέλησε να σώσει την Άννα Καλαμιώτη από την απιστία της, γιατί κατά βάθος φαίνεται ότι ήταν καλή χριστιανή. Θέλησε δηλαδή, να βεβαιώσει ότι εκείνα τα οποία έλεγα στους προσερχόμενους ήταν αλήθεια.
     Βλέπει λοιπόν, το βράδυ εκείνο η Καλαμιώτη στον ύπνο της, ότι μπήκε στο δωμάτιό της ένας ψηλός άνδρας ο οποίος πλησίασε στο κρεβάτι της και της είπε: «Σήκω Άννα να δεις αυτά που θα σου δείξω». Η Άννα μόλις άκουσε τα λόγια αυτά σηκώθηκε (στον ύπνο της πάντα) και βλέπει ένα φως σχήματος τριγώνου που έλαμπε όπως λάμπει ο ήλιος. Μέσα από αυτό το αστραφτερό φως βλέπει τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό στο δεξιό μέρος και στο αριστερό εμένα. Ακούει συγχρόνως τη φωνή του Κυρίου να της λέει: «Πως συ δεν επίστευσες ενώ ήσουν πιστή; Εγώ είμαι εκείνος ο οποίος εφανερώθει εις την Ελένην. Πρόσεξε να πιστέψεις εις τους λόγους που θα σου ειπώ. Εις την γυναίκα αυτήν κατά της οποίας κατεφέρθης (φέρθηκες) αδίκως και την οποίαν βλέπεις εδώ πλησίον μου, πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη, διότι αν εξακολουθήσεις να δυσπιστείς θα χάσεις την θεία προστασία. Πρέπει οπωσδήποτε αύριο το πρωί να υπάγεις εις το σπίτι της Ελένης να την γνωρίσεις προσωπικώς καλύτερα και να μην αμφιβάλεις εις τους λόγους της». Την στιγμή εκείνη ταράχτηκε και ξύπνησε έντρομη. Πρωί – πρωί ήρθε στο σπίτι μου και αφού με χαιρέτησε άρχισε να μου διηγείται τα όσα της συνέβησαν τη νύχτα.
Ενώ μας διηγείται το όνειρό της, ξαφνικά παρουσιάζεται στο νότιο μέρος της οικίας μου ένα πολύ μικρό λαμπρό άστρο, το οποίο στάθηκε λίγα λεπτά της ώρας επάνω από το εικονοστάσι μου. Όλες οι γυναίκες που ήταν εκείνη την ώρα συγκεντρωμένες στο δωμάτιο έμειναν εκστατικές στο περίεργο και θαυμάσιο εκείνο φαινόμενο και γονατίσανε ψάλλοντας ευχαριστίες και δοξολογίες στον Κύριο.
    Μερικές που άκουσαν τις φωνές και τις προσευχές μας, μπήκαν σπίτι μου και πληροφορήθηκαν το τι είχε συμβεί. Το περίεργο αυτό φαινόμενο ανέφερα και στο σύζυγό μου Διονύση, ο οποίος μόλις το  άκουσε ύψωσε τα χέρια του προς τον ύψιστο και με ύφος ικετευτικό παρακάλεσε λέγων τα εξής:
  -Κύριε τόσο αμαρτωλός είμαι ώστε να μην ίδω τίποτε από τα θαύματά σου; Σε παρακαλώ συγχώρεσέ με και εμέ τον αμαρτωλό δούλο σου και αξίωσέ με να ιδώ έστω και σε όνειρο ένα από όλα τα θαύματά Σου.
  †    ―    †

Ο  ΚΥΡΙΟΣ  ΕΙΣΑΚΟΥΕΙ  ΤΑΣ  ΔΕΗΣΕΙΣ  ΜΑΣ

    Πραγματικά, η δέηση του συζύγου μου εισακούστηκε και την νύκτα εκείνη ενώ κοιμόμασταν, κατά τις τρεις τα ξημερώματα ακούγεται ένας δυνατός κρότος και τινάζονται τα δύο φύλλα της πόρτας, που ήταν κλειστή με τις δύο αμπάρες, (δηλαδή σίδερα τα οποία είχαν όλα τα παλιά σπίτια για να κλείνουν την εξώπορτα από μέσα). Έντρομος ο σύζυγός μου σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο αλλά δεν είδε κανένα. Μπαίνει πάλι μέσα και αφού έκλεισε καλά την πόρτα γονάτισε μπροστά από τις εικόνες και ευχαρίστησε τον Κύριο για το σημείο που αξιώθηκε να δει και το οποίο γι’ αυτόν ήταν αρκετό για να πιστέψει όπως έλεγε και όλα τα άλλα που είχαν συμβεί στο σπίτι μας. Πίστεψε τελείως γιατί είχε αξιωθεί όχι μόνο να δει το μυστηριώδης άνοιγμα της πόρτας, αλλά και το αστέρι εκείνο το λαμπερό το οποίο αναφέρω πιο πάνω και το οποίο μόλις η θύρα άνοιξε εμφανίστηκε και πάλι επάνω από τα εικονίσματα όπως είχε συμβεί  και την ημέρα. 

          †    ―    †


Η  ΘΕΟΔΩΡΑ  ΒΛΕΠΕΙ  ΛΕΥΚΗΝ  ΠΕΡΙΣΤΕΡΑΝ
   
Την άλλη μέρα με παρακάλεσε η Θεοδώρα Λουκέσα να της επιτρέψω να αγρυπνήσει στο μέρος εκείνο στο οποίο εμφανιζόταν ο Κύριος. Εγώ δέχτηκα και η Θεοδώρα παρέμεινε μέχρι το πρωί της επόμενης, μαζί με τις άλλες γυναίκες. Ήταν μεσάνυχτα όταν ξαφνικά εμφανίστηκε ένα περιστέρι ολόλευκο το οποίο αφού πέταξε τρεις φορές τριγύρω, εξαφανίστηκε μέσα σε μια μεγαλειώδη λάμψη.
†    ―    †

ΔΥΟ  ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ  ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ

    Είχαν περάσει αρκετές μέρες που δεν είχα ξαναδεί τον Κύριο, όταν ένα απόγευμα Σαββάτου, ενώ καθόμουν κι έραβα, ακούγεται το συνθηματικό χτύπημα στην πόρτα και εμφανίζεται ο Κύριος, όχι όμως με τη μορφή σεβάσμιου Καλόγηρου αλλά ως γέροντας κρατώντας μια ξύλινη ράβδο σαν αυτή που έχουν οι ποιμένες (γκλίτσα).
   -«Είμαι παιδί μου Ελένη, μου είπε, κουρασμένος και θέλω να ξεκουραστώ λίγο. Έρχομαι από την Χαλκίδα».
    Και κάθισε και κάλεσε κοντά του τα δύο παιδάκια μου, την Αναστασία και τον Μιχαλάκη.
   Εγώ επωφελήθηκα της ευκαιρίας και πήγα να φωνάξω, κρυφά τον άνδρα μου, για να του εκπληρώσω την επιθυμία του που μου είχε εκφράσει πολλές φορές, παρακαλώντας με να δει τον Κύριο, τον οποίο ποτέ δεν είχε γνωρίσει.
    -Ελένη μου, μου είχε πει, κοίταξε αν καμιά μέρα έλθει ο Άγιος καλόγηρος και είμαι εδώ κοντά φώναξέ με κρυφά για να τον ιδώ.
     Όταν όμως μπήκαμε και οι δυό μαζί στο δωμάτιο ο Κύριος δεν καθότανε στη θέση του, είχαν μείνει μόνο τα παιδιά μου ενώ εκείνος είχε εξαφανισθεί. Έκπληκτοι εγώ και ο σύζυγός μου βγήκαμε για να τον αναζητήσουμε, αλλά μάταια. Ο άνδρας μου στεναχωρημένος έφυγε για την δουλειά του κι εγώ ξαναγύρισα στο σπίτι όπου είδα τον Κύριο να κάθεται στην ίδια θέση που ήταν και προηγουμένως.
   -«Ελένη παιδί μου, μου λέγει, ποιος σου είπε να φωνάξεις τον άνδρα σου; Εγώ όταν ήλθατε, εκαθήμην πάντοτε εδώ, αλλά δεν ηδυνήθητε να με ιδήτε».
    Και μου έδωσε μερικές συμβουλές για διάφορα οικογενειακά μου θέματα και εξαφανίστηκε μέσα σε μια εκτυφλωτική λάμψη.
   Ύστερα από λίγες μέρες, που είχαν έλθει αρκετές γυναίκες γειτόνισσες  και γνωστές σπίτι μας, μια απ’ αυτές πήγε και κάθισε στον καναπέ που ήταν το συνηθισμένο μέρος όπου καθότανε (το έτος 2000 ο καναπές υπήρχε ακόμη στα Σπάτα) πάντοτε ο Κύριος. Τότε συνέβη το εξής παράδοξο. Το κοριτσάκι μου η Αναστασία, που ήταν μόλις δυόμισι ετών, εφώναξε, όταν είδε την γυναίκα να κάθεται στον καναπέ εκείνο, και απευθύνθηκε σε μένα και μου είπε: -Αυτή η γυναίκα μαμά να μην καθίσει στον καναπέ, γιατί η θείτσα δεν είναι καθαρή. Ο παππούς δεν τη θέλει!
   Η δε γυναίκα μου ομολόγησε πράγματι η ίδια ότι δεν ήταν καθαρή γιατί πριν από 10 μέρες είχε κάνει αποβολή. Και εγώ από συμβουλή άλλης φίλης μου, ξέντυσα τον καναπέ και έστρωσα άλλο καθαρό σεντόνι και ένα σχετικώς καινούριο μαξιλάρι, που τα είχα αποκλειστικά για τον Κύριο.
    Μια Κυριακή το κανδήλι ήταν σβηστό γιατί είχε σωθεί το λάδι χωρίς να το αντιληφθώ. Εκείνη την ώρα βρισκόμουν στον μικρό κήπο του σπιτιού και περιποιόμουν τα φυτά. Έξαφνα, γυρίζοντας το κεφάλι μου προς τη θέση που ήταν το κανδήλι, παρατήρησα τον σεβάσμιο Μοναχό να κάθεται πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Βγήκα γρήγορα από τον κήπο και έτρεξα προς τα εκεί αλλά πόση ήταν η έκπληξή μου όταν είδα το κανδήλι να είναι γεμάτο από λάδι και να καίει ενώ ο Κύριος είχε εξαφανισθεί.
    Με το θαύμα αυτό ο Κύριος εκπλήρωσε εκείνο που μου είχε πει ότι όταν δεν είχα λάδι για το κανδήλι θα φρόντιζε Εκείνος να το ανάβει.
†    ―    †

ΜΙΑ  ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ  ΠΡΟΣ  ΤΟΝ  ΚΥΡΙΟΝ
ΗΜΩΝ  ΙΗΣΟΥΝ  ΧΡΙΣΤΟΝ

    Μεταξύ του κόσμου που έρχονταν σπίτι μου, ήρθε κάποτε και μια γνωστή μου νέα, ονομαζόμενη Αιμιλία, 27 περίπου χρονών. Ήταν καλή χριστιανή και γύριζε σε διάφορα μέρη όπου κήρυττε τον λόγο του Θεού. Με την ευκαιρία της επισκέψεώς της, της αφηγήθηκα τα διάφορα αυτά περιστατικά με τις εμφανίσεις του σεβάσμιου Καλόγηρου, το κανδήλι που κατά συμβουλή του είχα τοποθετήσει μαζί με τον άνδρα μου στο μέρος εκείνο που έκαιε διαρκώς. Η Αιμιλία αφού με άκουσε με μεγάλη προσοχή και της ζήτησα την συμβουλή της μου είπε:
   -Άκουσε να σου πω Ελένη μου, πρέπει να γνωρίζεις ότι υπάρχουν και πνεύματα πονηρά τα οποία πολλές  φορές  παρουσιάζονται στους ευσεβείς χριστιανούς με το πρόσωπο Αγγέλου ή ¨Άγιου για να τους εξαπατούν. Ίσως λοιπόν να συμβαίνει το ίδιο και με σένα και πιθανόν να είναι κανένα πνεύμα πονηρό, το οποίο θέλει να σε πειράξει. Λάβε λοιπόν μου λέει, τον σταυρόν τούτο στα χέρια σου και κάνε αυτό το οποίο θα σου πω. (και συγχρόνως μου δίνει ένα ξύλινο σταυρό, τον οποίο είχε πάνω της). Όταν σου παρουσιασθεί και πάλιν ο γέροντας καλόγηρος για τον οποίο μου μίλησες, τότε δείξε τον σταυρό και πες του. Γνωρίζεις τον σταυρό; Εάν απαντήσει γνωρίζω, πες πάλι… πιστεύεις εις τον Χριστό; Εάν σου δοθεί η απάντηση πιστεύω, τότε να πεις. Κάνε λοιπόν το σταυρό σου για να πιστέψω κι εγώ. Όταν τον δεις να κάνει τον σταυρό του, τότε γονάτισε και φίλησέ του το χέρι. Ότι δε σου ειπεί, να το κάνεις. Πρόσεξε, Ελένη, να το κάνεις αυτό που σου λέγω, για να αποδειχθεί εάν πρόκειται περί αγαθού ή πονηρού πνεύματος.
   Από τα λόγια αυτά της Αιμιλίας λυπήθηκα αλλά και χάρηκα συγχρόνως γιατί με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσα να εξακριβώσω την αλήθεια.
     Την επόμενη ενώ πήγα κοντά στο φούρνο του οικοπέδου του σπιτιού μας και άναψα το κανδήλι και θυμιάτιζα το μέρος εκείνο, βλέπω έξαφνα μπροστά μου σε μικρή απόσταση τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό, ντυμένο τώρα με στολή δεσπότη που άστραφτε ενώ το πρόσωπο Αυτού έλαμπε. Άρχισε δε να λέγει τα εξής:
    «Χθες που συζητούσατε με την Αιμιλία εγώ ήμουν κοντά σας και σας άκουγα. Δεν σου είπε Ελένη κακό. Η συμβουλή της ήταν καλή. Ρώτησέ με τώρα, τι θέλεις να με ρωτήσεις».
 Και τότε ταραγμένη και τρέμουσα χωρίς όμως να φοβάμαι του λέγω δείχνοντάς του τον σταυρό τον οποίο είχα μαζί μου. –Τον γνωρίζεις τον Σταυρό; Και ο Κύριος στην ερώτησή μου απάντησε. –«Ναι Ελένη παιδί μου, τον γνωρίζω».
     Του απευθύνω την άλλη ερώτηση: Πιστεύεις εις τον Χριστό; Στην ερώτησή μου αυτή το πρόσωπο του Κυρίου έλαμψε και με ευχαρίστηση απάντησε: «Πιστεύω»!



     Τότε του λέγω: Εφ’ όσον τον σταυρό τον γνωρίζεις και στον Χριστό πιστεύεις, κάνε τον σταυρό σου να δω και εγώ να σε πιστέψω.
     Ο λόγχη κεντηθείς υιός της Παρθένου προθύμως εδέχθη όλες τις ερωτήσεις μου και απάντησε σ’ αυτές θέλοντας να μου αποδείξει ότι αυτός που μου μιλούσε την στιγμή εκείνη δεν ήταν απλός και τυχαίος άνθρωπος ή κανένα πονηρό πνεύμα, όπως ίσως είχαν υποθέσει μερικοί. Έκαμε λοιπόν το σημείο του σταυρού τρεις φορές και ύστερα σήκωσε το χέρι του και ευλόγησε τις εικόνες και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ανατολή, Δύση, Βορά και Νότο, ευλόγησε και εμένα λέγοντάς μου. «Άκουσε να σου πω παιδί μου Ελένη. Εγώ είμαι εκείνος που φωτίζω όλο τον κόσμο και πάντα θα τον φωτίζω. Εγώ είμαι ο Ιησούς Χριστός. Εσύ θα υποφέρεις, αλλά το θέλημά μου θα γίνει. Εγώ πάντα μαζί σου θα είμαι».
    Πείστηκα πια απόλυτα ότι πρόκειται για τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό, έκανα τρεις φορές τον σταυρό μου και φίλησα το δεξί χέρι του  Σωτήρα μας.
     Η ευχαρίστηση που ένιωσα την στιγμή εκείνη από το φίλημα του χεριού του Κυρίου, ήταν τόση, ώστε επί μια ολόκληρη εβδομάδα καταλάβαινα μια αξέχαστη δροσιά στα χείλη μου. Όταν ακούμπησα τα χείλη μου στο χέρι Του, το αισθάνθηκα σαν να ακούμπησα σε ένα μαλακό βελούδο.

             †    ―    †

Η  ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ  ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ
ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ  ΔΙΑ  ΤΗΝ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ

      Μετά την δοκιμασία, ο Κύριος μου λέγει:
     «Πρόσεξε τώρα παιδί μου Ελένη καλά σε ότι θα σου πω. Να πάρεις την φίλη σου Βασιλείαν και την Αιμιλίαν, που σου έδωσε τον σταυρό και να πάτε να συναντήσετε τον ιερέα και να του πείτε ότι είναι ανάγκη να έλθουν εδώ να σκάψουν ακριβώς εις το σημείον αυτό που δείχνω (έδειχνε δίπλα ακριβώς από τον φούρνο μια πέτρα αρκετά μεγάλη, η οποία ήταν χωμένη  και φαινότανε λίγο) να βγάλουν τον λίθον αυτόν τον οποίο αφού σχίσουν (για να γίνει ίσια και να μπορούν να γραφούν γράμματα) να γράψουν σε σχήμα κύκλου επί του λίθου τας εξής λέξεις:
«Η  ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ  ΤΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ»



Και να σκαλίσουν έναν σταυρό εις το μέσον, (ο λίθος αυτός ήταν λίγο κοκκινωπός προς το μπεζ χρώμα). Τον λίθον αυτόν να τοποθετήσουν στην δεξιά πλευρά της εισόδου της εκκλησίας που πρέπει να κτιστεί εξάπαντος εις το οικόπεδον αυτό».
   Και με τα τελευταία αυτά λόγια, χωρίς να περιμένει καμιά απάντησή μου ο Κύριος εξαφανίστηκε με μια λάμψη τόσο δυνατή που έκλεισα τα μάτια. Είχαν περάσει λίγες μέρες από τότε και ένα πρωί, ενώ ασχολιόμουν με τις δουλειές του σπιτιού ακούω τους γνωστούς μου πλέον τρεις χτύπους και εισέρχεται ο Κύριος ως καλόγηρος, ο οποίος μου λέγει: «Θα σηκωθείς σήμερα να πας εις τον νοικοκύρη σου που πήρες το λάδι και θα του πεις να μου δώσει το οικόπεδο αυτό δια να κτισθεί μια εκκλησία μου. Κατόπιν θα πας εις τον Ιερέα και θα του πεις να βγάλει την άδεια της ανεγέρσεως. Αυτά να ενεργήσεις μόνη σου. Εγώ φεύγω» μου είπε και εξαφανίστηκε.
    Σηκώνομαι αμέσως μετά την αποκάλυψη αυτή που μου έκανε ο Κύριος και πηγαίνω στον νοικοκύρη μου, ο οποίος είναι και κουμπάρος μου (είναι εκείνος που μου βάφτισε το δεύτερο παιδί μου το Μιχάλη) και του λέγω: «Κουμπάρε μου είπε η Χάρη του να του δώσεις το οικόπεδό σου για να κτιστεί η Εκκλησία». Ο κουμπάρος μου για απάντηση μου λέει: «Δεν είναι ανάγκη να τρέχεις εσύ μια γυναίκα. Θα αναλάβω εγώ όλη την υπόθεση. Πήγαινε εσύ και κοίταξε το σπίτι σου και τα παιδιά σου και εγώ θα ενεργήσω. Να μείνεις ήσυχη». Τον χαιρέτησα κι έφυγα. 
     Πέρασαν από τότε δύο περίπου εβδομάδες χωρίς  να γίνει τίποτα. Η στεναχώρια μου ήταν μεγάλη γιατί έβλεπα ότι τα λόγια μου δεν εισακούονται και η επιθυμία του Κυρίου δεν εκπληρώνεται. Μια μέρα ενώ καθόμουν και σκεφτόμουν την αργοπορία αυτή, δέχτηκα την επίσκεψη του ιδιοκτήτη μου. Αφού χαιρετιστήκαμε του λέγω: «Τι γίνεται κουμπάρε για την άδεια;». Τα βάσανα τελείωσαν, μου λέει. Η άδεια μας ήρθε και θα βάλουμε μπρος να χτίσουμε και απευθυνόμενος στον άνδρα μου, Διονύση, του είπε, «να γκρεμίσεις την μάνδρα», και του τόνισε πως η εκκλησία του Χριστού με τη βοήθειά του θα τελειώσει. Και αφού μας χαιρέτησε, αναχώρησε. Εγώ ευχαριστημένη πιστεύοντας τα λόγια του ιδιοκτήτη μας, έμεινα πλέον ήσυχη ότι το θέλημα του Κυρίου θα γινότανε.
     Πολλοί όταν άκουσαν ότι η άδεια βγήκε, άρχισαν να δωρίζουν διάφορα υλικά. Πέτρες, αγκωνάρια, τούβλα, ασβέστη, τσιμέντο, άμμο, σίδερα, ξύλα, κ.λπ., και άλλοι χωρικοί πρόσφεραν την προσωπική τους εργασία. Οι άνθρωποι πίστεψαν ότι η άδεια είχε εκδοθεί, ενώ η πραγματικότητα ήταν, όπως θα αναφέρω παρακάτω, ότι όχι μόνο δεν είχε εκδοθεί, αλλά ούτε καν είχε γίνει καμιά ενέργεια. από εκείνους που είχαν υποσχεθεί ότι θα ενεργήσουν. Ποια τα αίτια, δεν γνωρίζω.. έπρεπε όμως να σκεφτούν ότι εμείς οι άνθρωποι πρέπει να είμαστε προς τον Θεό πιο ευσεβείς και πιο ειλικρινείς. Να γιατί η Θεία Δύναμις που δεν ανέχεται τις κακές συνήθειες και την κατάπτωσή μας, μας αφήνει να αυτοτιμωρούμαστε και ο κόσμος να υποφέρει τόσα και τόσα. Αλήθεια πολλές φορές και αν ακόμη πρόκειται περί Θεού, πόσο ανόητα σκεπτόμαστε εμείς οι άνθρωποι. Πρόχειρο παράδειγμα αυτό που αφηγούμαι. Και να που ο Κύριος έδειξε όπως θα δούμε παρακάτω και πάλι το θαύμα του, υπενθυμίζοντας την ανέγερση της εκκλησίας του. 


 
†    ―    †

ΟΠΟΥ  Ο  ΚΥΡΙΟΣ  ΠΡΟΤΙΜΑ  ΤΗΝ  ΚΑΛΥΒΑ
ΤΩΝ  ΠΤΩΧΩΝ

     Στις 3 μμ. ενός Σαββάτου, ενώ ο καιρός ήταν ακατάστατος και εγώ καταγινόμουν με διάφορα οικιακά, άκουσα τους γνωστούς τρεις χτύπους στην πόρτα.
     Ερωτώ: ποιος είναι;
     Και αμέσως εισέρχεται  στο δωμάτιο μου ο Κύριος.
   -«Εγώ είμαι παιδί μου Ελένη», απαντά ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός που ήταν πάλι σαν καλόγηρος αλλά αυτή την φορά ταραγμένος. Αφού προχώρησε προς την κούνια του παιδιού το οποίο κοιμόταν, το ευλόγησε. Κατόπιν, προχώρησε προς το μέρος όπου συνήθιζε να κάθεται.
     Όταν πήγε ο Κύριος (ως καλόγηρος) για να καθίσει  στην τακτική του θέση, την βρίσκει διαφορετική. Τότε στράφηκε προς εμένα και λέει: «Εγώ δεν τα θέλω αυτά» και συγχρόνως με το χέρι του απομάκρυνε το κάλυμμα και το μαξιλάρι τα οποία είχα βάλει καθαρά. Έτσι για μια φορά ακόμη, έδωσε το παράδειγμα της ταπεινοφροσύνης. Από της γεννήσεώς Του και της Αναλήψεώς Του μέχρι σήμερα, ο Θεάνθρωπος δεν παραλείπει να δείχνει τη Μεγάλη του ταπείνωση προς παραδειγματισμό των ανθρώπων.
     Μου λέει λοιπόν ο Κύριος:
     -«Εγώ δεν τα θέλω αυτά. Είμαι εκείνος ο οποίος συμμερίζομαι την πτωχίαν και δέχομαι τα πάντα».
     Με αυτά τα λόγια μου έδειξε πως δεν του αρέσουν οι διακρίσεις και δεν του κάνουν καμία αίσθηση τα μεγάλα σπίτια, αλλά προτιμάει την καλύβα του πτωχού. (Ο Κύριος ποτέ δεν επεδίωξε δόξες και τιμές αλλά θέλει πάντα να σώζει τους ανθρώπους και να έρχεται για να διδάσκει την αλήθεια).
    Με το υπέροχο αυτό παράδειγμα του Κυρίου διδάχτηκα κι εγώ.
    Όταν κάθισε στη θέση του, τότε με ύφος ανθρώπου αδικημένου που ζητάει την ικανοποίησή του με φώναξε κοντά του και μου είπε:
   -«Διατί δεν άκουσες τους λόγους μου; Διατί δεν ενήργησες σο μόνη σου δια την υπόθεση της εκκλησίας και ενεπιστεύθεις εις άλλους; Νομίζεις ότι οι λόγοι τους οποίους άκουσες από τον νοικοκύρη σου είναι αληθινοί; Γνώριζε Ελένη ότι η άδεια δεν εξεδόθη. Δια τούτο είναι ανάγκη να σηκωθείς αυτή τη στιγμή να πάρεις μαζί σου όποια γυναίκα βρεις μπροστά σου και να πάτε στον Ιερέα να του πείτε ότι πρέπει να εκδοθεί η άδεια ανέγερσης της εκκλησίας. Αυτό που σου λέγω να κάνεις. Εάν αυτό που σου λέγω δεν γίνει να γνωρίζεις ότι θα καταστραφούν όλα τα σιτηρά τα οποία βρίσκονται στα αλώνια. Και αμέσως τώρα θα έχεις μια απόδειξη γι’ αυτό».
    Εγώ όταν άκουσα τα τελευταία λόγια του Κυρίου άρχισα να κλαίω. Ο δε Κύριος πριν βγει από την πόρτα, γύρισε το πρόσωπό του προς εμένα και μου είπε:
    «Μην ανησυχείς και μη φοβάσαι. Εγώ θα είμαι πάντοτε μαζί σου. Μόνο πρέπει να κάνεις καθώς εγώ σου είπα»
     Δεν είχε κλείσει καλά η πόρτα ακόμα που βγήκε ο Κύριος και ξαφνικά, αφού προ ολίγου ήταν καλοκαιρία, μια ραγδαία βροχή μαζί με χαλάζι. Τόση βροχή έπεσε, ώστε το σπίτι μας πλημμύρισε από νερά. Όπως μου υποσχέθηκε όμως ο Κύριος, πως θα είναι πάντοτε μαζί μας, έτσι κι έγινε και δεν συνέβη καμία ζημιά. Το θαύμα του το έδειξε ο Κύριος αμέσως. Μόλις σταμάτησε η μεγάλη εκείνη βροχή, βγήκα έξω για να πάω στον Ιερέα και η πρώτη γυναίκα που συνάντησα ήταν η κ. Ασημένια, η οποία μόλις της διηγήθηκα τα συμβάντα, δέχτηκε με προθυμία να με ακολουθήσει. Πραγματικά πήγαμε και οι δυό μαζί στο σπίτι του παπά του χωριού, πάτερ Αριστείδη. Αυτός μας δέχτηκε αμέσως και μόλις άκουσε τα όσα του διηγηθήκαμε, άρχισε προθυμότατα να ενεργεί για την χορήγηση της άδειας. Έγραψε μόνος του την αίτηση που χρειαζόταν και την πήγε στους Επιτρόπους της Μητρόπολης του χωριού. Οι Επίτροποι πείσθηκαν από τα λόγια του παπά, υπέγραψαν την αίτηση με μόνη εξαίρεση έναν επίτροπο τον κ. Δήμου, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει.
     Έτσι ανεγέρθηκε ο ναός της Αναστάσεως του Χριστού στα Σπάτα, στον πρόναο του οποίου, όπως παρήγγειλε ο Κύριος, δεξιά από την είσοδο, είναι τοποθετημένος ο λίθος.
†    ―    †

ΟΠΟΥ  ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ  ΤΟ  ΘΕΙΟΝ  ΡΗΤΟΝ:
«Η  ΠΙΣΤΗ  ΣΟY  ΣΕΣΩΚΕ  ΣΕ»

     Και τώρα θα εκθέσουμε ένα καταπληκτικό συμβάν, κατά την περίοδο που κτιζόταν ο Ναός, το οποίο έρχεται να επικυρώσει έμπρακτα το γνωστό ρητό του Ευαγγελίου, το οποίο είπε ο Θεάνθρωπος εις τον «ιαθέντα παρ’ αυτού παραλυτικόν»: «Η πίστις σου σέσωκέ σε»!
     Το περιστατικό αυτό θα το αφήσουμε να το αφηγηθεί ο ίδιος ο αυτόπτης μάρτυρας στον οποίο και συνέβη, ο κ. Γεώργιος Βούλγαρης, ο οποίος όταν έμαθε τα θαυμάσια γεγονότα στο οικόπεδο του κ. Ηλία Παπακωνσταντή και πληροφορήθηκε πως οι χωρικοί έτρεχαν πρόθυμοι να προσφέρουν ο καθένας ότι μπορούσαν για την ανέγερση της Εκκλησίας, άλλος αγκωνάρια, άλλος τσιμέντο και διάφορα άλλα υλικά, ή την προσωπική εργασία τους για το κτίσιμο, προσήλθε αυθόρμητα στην Ερανική Επιτροπή ανεγέρσεως και είπε: -Κύριοι, είμαι στην διάθεσή σας και μπορώ να προσφέρω όλη την πέτρα που θα έβγαζα από το νταμάρι της Γιαλούς, για την οικοδόμηση της Εκκλησίας του Χριστού. Θα βάλω ντελάλη να καλέσει να έλθουν κάρα του χωριού για να κουβαλήσουν την πέτρα.
     Στον κ. Βούλγαρη τότε απάντησε ένας από τους Επιτρόπους, ο κ. Νικ. Βροντός:
     Η επιτροπή σας ευχαριστεί θερμά, κ. Βούλγαρη για την δωρεά σας, επειδή όμως εκτός του κόπου σας θα χρειαστούν και δαπάνες για τους δυναμίτες, τα χρήματα αυτά θα σας τα δώσουμε εμείς, η Επιτροπή των Εράνων.
     Ο κ. Βούλγαρης όμως δεν δέχτηκε τα χρήματα και είπε στην Επιτροπή να τα χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό. Και τώρα ας ακούσουμε παρακάτω την αφήγηση του κ. Γεώργιου Βούλγαρη.
     Μετά την δήλωσή μου στην Επιτροπή, πήρα την άλλη μέρα τον βοηθό μου, Γεώργιο Ανδριώτη και άρχιζα να κόβω την πέτρα, τα δε κάρα του χωριού ήρθανε και άρχισαν να την κουβαλούν. Εν τω μεταξύ, εγώ με τον βοηθό μου δεν προλαβαίναμε τα κάρα. Κάλεσα τότε και τον αδελφό μου, Αγγελή Αθ. Βούλγαρη, ο οποίος άφησε κάθε άλλη δουλειά και ήρθε μαζί μου στο νταμάρι και εργαζόμασταν εντατικά. Την Τρίτη μέρα το απόγευμα είπα στον αδελφό μου:
     -Πάρε τον λοστό και ανέβα σ’ αυτόν τον ξεμοναχιασμένο βράχο και άνοιξε μια τρύπα για φουρνέλο. Τότε ο βοηθός μου Γιώργος Ανδριώτης μου είπε: -Γιώργο, αυτό τον βράχο δεν τον βλέπω στερεό. (ο βράχος αυτός τον οποίο επρόκειτο να τρυπήσουμε για να τον σπάσουμε με δυναμίτιδα ήταν 6 μέτρα ύψος πάνω από τα άλλα βράχια). Κατόπιν, όταν άρχισε να τρυπάει την πέτρα ο αδελφός μου κατάλαβε πως η πέτρα ήταν έτοιμη να κατρακυλήσει. Ανέβηκα τότε εγώ ο ίδιος επάνω και είδα ότι όντως ήταν ύποπτη και του είπα: -¨Έχε το νου σου και όταν νιώσεις κανένα κίνδυνο, να πεταχτείς προς το επάνω μέρος. Ο αδελφός μου άρχισε να χτυπάει φουρνέλο και σε μισή ώρα σταμάτησε για να κολατσίσουμε. Κατά την ώρα του φαγητού συζητούσαμε για τον βράχο και ο αδελφός μου εξέφραζε τους φόβους του και μου λέει: -Εάν κάνει πως κυλάει ο βράχος μαζί μου, δεν θα βρείτε από μένα ούτε κομμάτι.
    -Μη φοβάσαι του λέω, και αν πέσεις με το βράχο ο Κύριος θα βάλει το χέρι του και δεν θα πάθεις τίποτα. Α, δεν θα είναι εδώ, μου απάντησε, αυτήν την ώρα ο Χριστός για να βάλει το χέρι του να με γλιτώσει. Μπορεί να έχει πάει κάπου μακριά. –Μην τον λες αυτόν τον λόγο, του παρατήρησα γιατί ο Χριστός είναι παντού σ’ όλο τον κόσμο, τον ακούει και βλέπει τι έργα κάνει, μόνο εμείς νομίζουμε ότι δεν είναι κοντά μας.
     Σηκωθήκαμε κι αρχίσαμε πάλι την δουλειά μας, ο αδελφός μου επανέλαβε να χτυπάει το βράχο με τον λοστό. Έξαφνα ακούμε μεγάλο κρότο και βλέπουμε τον βράχο να πέφτει μαζί με τον αδελφό μου και να κατρακυλάνε στο γκρεμό. Εμείς είπαμε πάει ο αδελφός μου. Έξαφνα όμως τον βλέπουμε να παλεύει μέσα στα μπάζα. Χιμήξαμε και  τον τραβήξαμε σώο και αβλαβή. Τότε είπε κάνοντας το σταυρό του: -Αδελφέ μου Γιώργο, πράγματι ο Χριστός είναι μαζί μας.
    Μετά ένα μήνα το κτήριο της εκκλησίας έφτασε τα δύο μέτρα ύψος. Άρχισε ο χειμώνας και τότε πλέον δεν μπορούσαμε να εργαστούμε με τις βροχές.
     Μια Παρασκευή χαράματα, μέσα στον ύπνο μου ακούω μια γλυκιά φωνή και βλέπω πως βρισκόμουν στο κτήριο της εκκλησίας. Είδα τον Κύριο με λευκό χιτώνα και πέδιλα στα πόδια επάνω στο μισοκτισμένο κτήριο του ναού να περπατάει και να μου λέει: -Γιώργο, το έργο μου δεν τελείωσε. Αμέσως ξύπνησα ταραγμένος και είδα το θείο όραμα πραγματικά μπροστά μου. Άρχισα τότε να σκέφτομαι κάποιο τρόπο για την πέτρα. Σε λίγο με την φώτιση του Κυρίου σηκώθηκα να πάω να παρακαλέσω τον Βασίλειο Σιδέρη όπου είχα πουλήσει 200 κυβικά μέτρα πέτρα, να μου τα δώσει για το έργο της εκκλησίας. Και βγαίνοντας στην αγορά βλέπω την επιτροπή ανεγέρσεως να έρχεται και να μου λέει: -Κύριε Γιώργο, πέτρα δεν έχουμε, τι θα κάνουμε; Τους είπα να μείνουν ήσυχοι και θα τους βρω αμέσως πέτρα. Και μου λένε, που θα την βρεις την πέτρα; Ελάτε, τους είπα κοντά μου και θα πάμε στο  Βασίλη τον Σιδέρη. Όταν πήγαμε εκεί με την φώτισή πάλι του Χριστού μας έδωσε πρόθυμα την πέτρα και έτσι τελείωσε το έργο. Μετά από τρεις μήνες έκοψα αρκετή πέτρα την οποία παραδώσαμε στον κ. Βασίλειο Σιδέρη.
†    ―    †

Ο  ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ  ΞΕΝΟΣ  ΠΟΥ  ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΤΑΙ

       Ένα πρωί ο άνδρας της Ελένης περπατώντας κοντά στην εκκλησία, που είχε πια ανεγερθεί, βλέπει ένα στρατιώτη να μπαίνει μέσα στην εκκλησία. Αμέσως ο Διονύσης πήγε να δει ποιος ήταν ο στρατιώτης. Τον βλέπει λοιπόν να παρατηρεί το τέμπλο της εκκλησίας με ευλάβεια. Τότε ο Διονύσης τρέχει στο δωμάτιό του, που ήταν δίπλα στην εκκλησία, και λέγει στη γυναίκα του Ελένη: -Πάρε το κουτί της εκκλησίας και πήγαινέ το μέσα γιατί ήρθε κάποιος ξένος και ίσως να θέλει να ανάψει κερί. Αμέσως η Ελένη παίρνει το κουτί και το πάει στην εκκλησία όπου  μπόρεσε να δει τον στρατιώτη μονάχα από την μέση και κάτω. Ήταν χωρίς παπούτσια. Μόλις έβαλε το κουτί στη θέση του, ο στρατιώτης χάθηκε αμέσως. Εκεί που στεκότανε άναψε ένα μεγάλο φώς σε στρογγυλό σχήμα, σαν ένας δίσκος. Ύστερα βλέπει να σηκώνεται το φως και να χάνεται. Άκουσε μετά ένα φύσημα δυνατό. Η συγκίνησή της δεν περιγραφόταν. Άρχισε να κλαίει σαν παιδί και να προσεύχεται πολλή ώρα.
†    ―    †

ΠΩΣ  ΒΡΕΘΗΚΑΝ  ΤΑ  ΚΛΕΙΔΙΑ  ΤΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

    Στις 8 Ιουνίου του 1936, το απόγευμα, η Ελένη, η αγαθή αυτή γυναίκα, η οποία αξιώθηκε να μιλήσει με τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό, πήγε στην εκκλησία με το μικρό της παιδί τον Μανώλη.
     Το όνομα Μανώλης το έδωσαν στο παιδί της Ελένης γιατί το είπε ο Κύριος πριν 40 μέρες από την βάπτισή του. Και όπως είναι γνωστό, η λέξη Εμμανουήλ σημαίνει: «Ο Θεός μαζί μας».
     Όταν γύριζε η Ελένη από την εκκλησία, στο δρόμο έδωσε τα κλειδιά της στο παιδί γιατί έκλαιγε. Όταν φτάσανε στο σπίτι τους, η Ελένη ζήτησε τα κλειδιά της εκκλησίας για να τα βάλει στη συνηθισμένη θέση που τα έβαζε, αλλά το μικρό τα είχε χάσει.
    Έψαξε όλο το σπίτι της, αλλά άδικα. Μετά έψαξε στο δρόμο. Ούτε εκεί τα βρήκε. Στεναχωρημένη η Ελένη άρχισε να κλαίει, καθισμένη στο προαύλιο του σπιτιού της. Ο Κύριος όμως είχε υποσχεθεί σ’ αυτή, ότι θα είναι πάντα κοντά της. Έξαφνα, εκεί που έκλαιγε, βλέπει απέναντί της ένα μικρό κερί αναμμένο επάνω στο τζάκι. Έκανε το Σταυρό της και ως εκ θαύματος βλέπει την χάρη Του να φανερώνεται στο ίδιο μέρος που ήταν αναμμένο το κερί. Αμέσως τότε βλέπει η Ελένη ότι στην εμφάνιση της Θείας χάρης του το κερί άρχισε να ανεβοκατεβαίνει τρεις φορές, ενώ στην αρχή ήταν ακίνητο. Μετά βλέπει καθαρά ένα χέρι εκεί που ήταν το κερί να φανερώνεται με ανοικτή την παλάμη. Η Ελένη εξακολουθούσε να προσεύχεται με δάκρυα στα μάτια, όπου βλέπει τα κλειδιά να κρέμονται σε άλλο μέρος που ποτέ δεν τα έβαζε και στο οποίο είχε ψάξει με τον άνδρα της πρωτύτερα αλλά δεν τα βρήκε. Σε λίγο χάθηκε από μπροστά της και το χέρι που έβλεπε τόση ώρα.
   Βαθειά συγκινημένη η Ελένη για το καινούριο θαύμα άρχισε να προσεύχεται και να ευχαριστεί τον Θεό που βρήκε τα κλειδιά.
    Αμέσως πήγε στην εκκλησία για να ευχαριστήσει τον Κύριο.
Την στιγμή που προσευχόταν άκουσε μια φωνή από το τέμπλο της εκκλησίας όπου υπάρχει η εικόνα της Αναστάσεως. Της είπε τρείς φορές το όνομά της και τα εξής λόγια: «Ελένη, Ελένη, Ελένη. Τα κλειδιά εκεί που τα βρήκες τα έφερα εγώ. Έπεσαν στο δρόμο από τα χέρια του παιδιού σου στη γωνία του Βασίλη. Τρία βήματα πιο πάνω μιλούσε ο Νικόλας με μια κυρά, η οποία όμως δεν τα είδε που έπεσαν από τα χέρια του παιδιού σου και εγώ τα πήρα και τα έβαλα στο μέρος που τα βρήκες. Λοιπόν πρόσεχε παιδί μου τα κλειδιά της εκκλησίας».
     Εξακολούθησε η Ελένη την προσευχή της και μετά γύρισε σπίτι της. Σε όλους τους κατοίκους του  χωριού διηγήθηκε το καινούριο αυτό θαύμα.
†    ―    †

Η  ΟΡΓΗ ΤΟΥ  ΘΕΟΥ  ΕΠΙ  ΤΗΣ  ΓΗΣ

     Το βράδυ στις 10 Σεπτεμβρίου 1937 η Ελένη είδε στον ύπνο της ότι κοντά σε μια ακρογιαλιά ήταν μια πεδιάδα στην οποία γυμναζόντουσαν στρατιώτες και γύρω από τους στρατιώτες και την πεδιάδα ήταν πολύς κόσμος άγνωστος στην Ελένη. Ξαφνικά οι στρατιώτες φώναξαν στην Ελένη: «σήκωσε το κεφάλι σου και βλέπε στον ουρανό». Πράγματι είδε ότι από το ανατολικό μέρος άνοιξε ο ουρανός και ότι μια πέτρα βγήκε και πήγε προς το δυτικό και μετά έπεσε μπροστά στην Ελένη. Το σημάδι αυτό την ταράζει και κλαίγοντας παρακαλεί το Θεό να την προστατέψει.
    Σε λίγο οι στρατιώτες της λένε να ξαναδεί προς τον ουρανό και τότε είδε το ίδιο σημάδι, την πέτρα να πέφτει μπροστά στα μάτια των στρατιωτών στη θάλασσα.
    Για Τρίτη φορά την φωνάζουν και βλέπει στο φοβερό εκείνο άνοιγμα του ουρανού από το ανατολικό μέρος, την πέτρα, να έρχεται από τη δύση και να πέφτει κοντά στην ακρογιαλιά όπου γυμνάζονταν οι στρατιώτες.
     Κατάπληκτη για όσα είδε η Ελένη, προσευχόταν συνεχώς. Όταν συνήλθε ήθελε να μάθει τι σημαίνουν αυτά που είδε και χωρίς να γνωρίζει κανένα από το πλήθος που βρισκόταν εκεί, ρώτησε τους στρατιώτες, οι οποίοι πρόθυμα της εξήγησαν, ότι η οργή του Θεού έπεσε στη γη. Μετά την εξήγηση αυτή ο Λυτρωτής Χριστός φανερώθηκε στην Ελένη και της είπε: «Αυτά που είδες να τα πεις σ’ όλο τον κόσμο».
    Η Ελένη ταράχτηκε από το όραμα αυτό και με δάκρυα παρακαλούσε τη Θεία βοήθεια, για να σώσει πρώτα τον κόσμο και μετά αυτή την ανάξια δούλη Του.
     Το ότι η οργή του Θεού έπεσε στη γη κάθε ευσεβείς το βλέπει καθαρά. Έχουμε άλλωστε υπ’ όψιν μας αυτό που λέει η Αγία Γραφή, ότι η οργή του Θεού έρχεται στα παιδιά που δεν ακούνε.
    Έχουμε τα παραδείγματα της σκληρής τιμωρίας των Σοδόμων κλπ. της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης (καταστροφή Ιεροσολύμων, Διασκορπισμός των Εβραίων κλπ.) και βγάζουμε από την σημερινή κακοδαιμονία της ανθρωπότητας γενικά και από την αγωνία που κατέχει όλους για το αύριο, ότι τα σημάδια των καιρών του Αγίου Ευαγγελίου έφτασαν και η οργή του Θεού πραγματικά έχει πέσει πριν  πολύ καιρό στον κόσμο αυτό της απιστίας και αχαριστίας προς τον Λυτρωτή Χριστό.
    Οι τρεις πέτρες οι οποίες έπεσαν από τον Ουρανό είχαν πλάτος μισού μέτρου και ύψος έως 10 εκατοστά του μέτρου. Το σχήμα τους ήταν στρογγυλό και γύρω-γύρω ήταν τυλιγμένες από μια κορδέλα καφέ χρώμα πλάτους 5 εκατοστών του μέτρου. Το ασκέπαστο δε μέρος της πέτρας από την κορδέλα ήταν λαμπερό όπως η απόχρωση της γυαλάδας του αλουμινίου.
        †    ―    †

                   Η  ΙΣΤΟΡΙΑ  ΤΗΣ  ΤΙΜΙΑΣ  ΠΕΤΡΑΣ

     Για να γνωρίζουν όλοι οι ευσεβείς προσκυνητές την ιστορία της Τίμιας Πέτρας, γράφουμε και γι’ αυτή. Όταν φανερώθηκε ο Σωτήρας μας στην ευσεβή Ελένη, έδειξε σ’ αυτή μια πέτρα και διέταξε να την πελεκήσουν έτσι ώστε να πάρει σχήμα επίπεδο, να την βάλουν στο δεξιό μέρος της εκκλησίας και να γράψουν τις λέξεις:
Η  ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ  ΤΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ. Τα κομμάτια που έμειναν από το πελέκημα της Τίμιας Πέτρας τα φύλαξε η ευλαβείς Ελένη και τα μοιράζει στους προσκυνητές, από τους οποίους πολλοί είδαν και θαύματα.
    Η Ζωή Ουραλίδου (Πυθαγόρα 4 στον Πειραιά) λέγει τα εξής:
    Τον Μάρτιο του 1938, πήρα ένα μεσημέρι, ένα κομμάτι Τίμιας Πέτρας, το οποίον μου έδωσε η Ελένη και το έβαλα μέσα σε λίγο νερό για να γίνει αγιασμός και κάνω προζύμι για ψωμί. Όταν πέρασε μισή ώρα κατάπληκτη είδα ότι το προζύμι ανέβηκε τόσο πολύ που ξεχείλισε από το δοχείο που το είχα. Πήρα το δοχείο, το έβαλα στο τραπέζι και έκανα το σημείο του Σταυρού.
    Εν τω μεταξύ γύρισε από το σχολείο η μικρή μου κόρη, η οποία αφού έφαγε άρχισε να βλέπει τα μαθήματα του σχολείου της. Ήταν απόγευμα όταν βρισκόμουν κοντά στην κόρη μου και ξαφνικά στο δωμάτιο έγινε βαθύ σκοτάδι και τότε βλέπω ένα φως σαν αστραπή το οποίο έλαμπε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Κατατρομαγμένη έκανα το Σταυρό μου και δεν μπορούσα να πω τίποτα στο παιδί μου. Μετά που φανερώθηκε το Θείο φώς, βλέπω επάνω στη ζύμη που ήταν στον τραπέζι, να παρουσιάζεται ένας ολόχρυσος Σταυρός με ένα μπλε χρώμα γύρω του. Ο Σταυρός από τη ζύμη σαν να έτρεμε, σηκώθηκε σε αρκετό ύψος στο δωμάτιο και μετά βγήκε από το δωμάτιο και χάθηκε.       
Έπειτα διαλύθηκε το σκοτάδι μέσα στο δωμάτιό μου και πήρε το κανονικό φως της ημέρας. Συνήλθα από το φόβο μου και άρχισα να κλαίω από συγκίνηση για το μεγάλο θαύμα, το οποίο αξιώθηκα εγώ η ανάξια δούλη του Κυρίου να δω. Την ώρα του θαύματος η κόρη μου που βρισκόταν εκεί δεν κατάλαβε τίποτα απολύτως, παρά μονάχα μ’ έβλεπε στην κατάσταση που βρισκόμουν και έκανα τον Σταυρό μου και δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχα πάθει. Ο Κύριος αξίωσε εμένα το πλάσμα του να δω το μεγάλο αυτό θαύμα με την Τίμια Πέτρα για να μου δείξει την Παντοδυναμία Του και φωνάζω μέσα από τα βάθη της ψυχής μου την θαυματουργή δύναμη της Τίμιας Πέτρας, δοξάζω και ευχαριστώ το Σωτήρα Χριστό, γιατί δεν θα ξεχάσω ποτέ τη γλυκιά γεύση του άρτου εκείνου της ζύμης του θαύματος.
†    ―    †
 
ΥΜΝΟΣ  ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ  ΠΕΤΡΑΣ
                         
Ψαλλόμενος εις ήχον Β’ (τοις Μαθηταίς συνέλθομεν)
Αγία Πέτρα του Χριστού και Πέτρα του Θεού μας .
Εσύ ‘σαι ο Ίδιος ο Χριστός, το Φως και η Ζωή μας.
Αγία Πέτρα του Χριστού και Πέτρα του Θεού μας.
Κτυπήσαντος του Μωϋσή ύδατα αναβλύζεις.
Κι από τα ύδατα αυτά τον Ισραήλ ποτίζεις.
Σ’ εμάς τον νέον Ισραήλ Χριστέ παρουσιάσθης.
Ζωοποιείς το έργον του ως Αβακούμ διδάσκεις.
Παρουσιάσθης εν Σαρκί στην δούλη σου Ελένη.
Και Συ υπέδειξας σ’ αυτήν ο Σος Ναός να γένη.
Η Πέτρα είναι ο Χριστός, ο Θείος Παύλος λέγει.
Αυτός κρατεί τα σύμπαντα και ασθενείς ιατρεύει.
Γι’ αυτό και όλοι οι λαοί Χριστέ βοήθα κράζουν.
Συ είσαι η Ανάσταση, Σε πάντοτε δοξάζουν. (δις).


†    ―    †

Η  ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ  ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ  ΕΝ  ΤΗ  ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Τον Δεκέμβριο του 1937 η Ελένη, εκεί που έκανε την πρωινή της προσευχή στο εικονοστάσιό της, είδε μια σκιά μπροστά της και άκουσε μια φωνή να λέει τρεις φορές το όνομά της. Έπειτα της λέει η αόρατη φωνή: «Το παιδάκι σου θα το βαφτίσεις τρεις ημέρες μετά τα Θεοφάνεια, θα το βγάλεις Χριστίνα και όχι όπως είχες σκεφτεί. Εσύ θα βαφτίσεις ξένο παιδί και θα του δώσεις το όνομα της μητέρας σου. Στη βάπτιση θα είμαι κι εγώ, ένας όμως μονάχα να μη με ιδεί». Αυτά είπε η Θεία σκιά και χάθηκε. Μετά τρείς μέρες φανερώθηκε στον ύπνο της Ελένης ο Κύριος και της λέει: «Να πεις στον κουμπάρο να κάνει ότι σκέφτηκε. Δηλαδή να φωνάξει τον Μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος κ. Ιάκωβον». Πραγματικά η Ελένη είπε στον κουμπάρο τη Θεία παραγγελία και αυτός όταν ήλθε ο καιρός εφώναξε για το μυστήριο της βάφτισης τον Σεβασμιότατο. Την ώρα που γινόταν η βάφτιση φανερώθηκε στη θέση του παντοκράτορα (ακόμα η αγιογράφηση δεν είχε γίνει), ο Χριστός σαν μια σκιά και έπειτα σαν σύννεφο και από το σύννεφο βγήκε  ο Κύριος των δυνάμεων με ολόχρυσο φόρεμα σαν Αρχιερέας και ευλογούσε το εκκλησίασμα. Και έτσι πραγματοποίησε ο Κύριος την υπόσχεσή του, ότι θα είναι στο μυστήριο.
     Στη βάφτιση, μαζί με όλους ήταν και η κόρη Μαριέτα Αναστασίου Γιώργα, ηλικίας 20 χρονών, η οποία λέει τα εξής:
    Στις 9 Ιανουαρίου του 1938 την ώρα που γινόταν το μυστήριο της βάπτισης του παιδιού της Ελένης, είδα όταν ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης ήταν μπροστά στην κολυμπήθρα μια σκιά να κατεβαίνει από τη θέση του Παντοκράτορα στην κολυμπήθρα και να χάνεται. Έπειτα ένα σύννεφο και από αυτό να βγαίνει ο Κύριος με φόρεμα ολόχρυσο και χάθηκε για δεύτερη φορά. Για Τρίτη φορά κατεβαίνει πάλι σαν σύννεφο και από αυτό ο Κύριος φανερώθηκε επάνω από τον πολυέλαιο του Παντοκράτορα και ευλόγησε το εκκλησίασμα. Τον έβλεπε από τη μέση και πάνω.
     Τόσο έμεινα εκστατική που με έπιασε ζαλάδα, με έφεραν μερικές γυναίκες προς το νάρθηκα, όπου συνήλθα και διηγήθηκα αυτά που είδα, δοξάζω τώρα τον Πανάγαθο Θεόν για το μεγάλο θαύμα, το οποίο θυμάμαι πάντα και προσεύχομαι σ’ Αυτόν να σώζει τον κόσμο.  
†    ―    †

Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ  ΣΤΑΥΡΟΣ
†    ―    †
Η Ελένη είχε ένα μικρό Σταυρό, τον οποίο είχε πάντα μαζί της. Αυτές τις μέρες όμως τον είχε χαμένο και η στεναχώρια της ήταν πολύ μεγάλη. Ο Κύριος ο οποίος πάντοτε άκουγε τις παρακλήσεις της, ήθελε να βγάλει από την στεναχώρια την Ελένη. Παρουσιάζεται λοιπόν το βράδυ στον ύπνο της και δείχνοντάς της το χαμένο Σταυρό, της λέει: «Δεν μου λες Ελένη, αυτός είναι ο Σταυρός που έχασες»; Η Ελένη ταράχτηκε και άρχισε να φωνάζει: -Ναι, Κύριε, αυτός είναι! Σε ευχαριστώ Χριστέ μου. Και μέσα στην ταραχή της εκείνη ξύπνησε και είδε με έκπληξή της να κρατάει τον Σταυρό στα χέρια της. Αμέσως σηκώθηκε και θύμιασε την Άγια του Σωτήρος εικόνα και ευχαρίστησε με ευλάβεια το Θεό.
      Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι σωστό να νομίζουν μερικοί ότι με την δύναμη ενός ορισμένου σταυρού, ή εικόνας γίνονται μόνο θαύματα. Η Θεία δύναμη μπορεί να εκδηλωθεί με κάθε σύμβολο της υπέροχης χριστιανικής θρησκείας, εφ’ όσον υπάρχει ακλόνητη πίστη γιατί: «¨Όπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις!».
†    ―    †

Ο  ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ  ΝΑΟΣ
ΤΗΣ  ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ  ΤΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ

     Τώρα ας δούμε τι λένε μερικοί από τους πολλούς ευσεβείς χριστιανούς, οι οποίοι δοκίμασαν την θαυματουργό δύναμη της Θεότητας μέσα στον νεόδμητο Ναό ο οποίος ανεγέρθηκε με υπόδειξη Αυτού του Κυρίου.
      Εδώ ομιλεί ο κ. Αλέξανδρος Γεραμάνης από το χωριό Καπανδρίτι.
     -Πριν πολλά χρόνια υπέφερα από τα αυτιά μου, είχα δε ξοδέψει πολλά λεφτά χωρίς να μπορέσω να πετύχω την γιατρειά μου. Στο τέλος αποφάσισα με την γυναίκα μου να έλθουμε στην εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού που είχαμε ακούσει ότι έκανε τότε θαύματα. Επήγαμε λοιπόν στο Ναό, αγρυπνήσαμε με προσευχές και δάκρυα και λειτουργηθήκαμε. Την άλλη μέρα με σταύρωσε η ευσεβείς Ελένη με το θαυματουργό Σταυρό, μου έδωσε ένα κομμάτι από την Αγία Πέτρα, την έβαλα στο νερό και τον Αγιασμό τον ήπια. Μετά τρεις μέρες αισθάνθηκα την ζωή και ένιωσα σαν να ξαναγεννιόμουνα στον κόσμο, γιατί μου ξαναήλθε η ακοή. Και γιατρεύτηκαν τα αυτιά μου τα οποία ήταν πρησμένα. Δοξάζω τον Πανάγαθο Θεό για την σωτηρία μου και παντού όπου βρίσκομαι φωνάζω το Θαύμα του Σωτήρα.
†    ―    †

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ  ΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΣ   ΚΑΤΑ  ΤΑ
ΕΓΚΑΙΝΙΑ  ΤΟΥ  ΙΕΡΟΥ  ΝΑΟΥ  ΤΟΥ

     Την ημέρα που έκαναν τα εγκαίνια της εκκλησίας και τη στιγμή που κήρυττε τον λόγο του Θεού ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Δράμας Βασίλειος και εξηγούσε κάποια φράση από το ιερό Ευαγγέλιο, ακούστηκε μια φωνή. Όλοι που ήταν στην εκκλησία ανασκίρτησαν. Παρατηρούσαν παντού για να αντιληφθούν από πού ερχόταν η φωνή, αλλά μάταια.
     Όπως αποδείχτηκε αργότερα, η φωνή αυτή ήταν θεϊκή. Ήταν η φωνή Του Κυρίου, ο οποίος βρισκόταν στα εγκαίνια της εκκλησίας Του. Μόλις ησύχασε το εκκλησίασμα άρχισε να φωνάζει το μικρό παιδί της Ελένης ο Μανώλης και να δείχνει με το χέρι του, μα! Εκεί, επάνω στέκεται. Μόνο ο μικρός με την αθώα του ψυχούλα μπορούσε να δει τον Κύριο.
     Μετά την θεία λειτουργία ζήτησε ο Σεβ. Μητροπολίτης Δράμας Βασίλειος να εξομολογήσει την Ελένη, την ευλαβή αυτή γυναίκα, η οποία αξιώθηκε να δει την Θεία Χάρη Του. Και όταν την φώναξε για να την εξομολογήσει, φάνηκε μπροστά στο ιερό μια λάμψη σαν αστραπή, την οποία είδαν και άλλοι από το εκκλησίασμα.
^
^
     Την ημέρα που έκαναν τα εγκαίνια, έγινε κι άλλο θαύμα σε μια γυναίκα από τα Σπάτα. Ήταν η στιγμή που έπρεπε ο κόσμος να βγει από την εκκλησία. Τους το είπε ο Σεβ. Μητροπολίτης, ο οποίος τους εξήγησε για ποιο λόγο πρέπει να βγουν έξω εκείνη τη στιγμή όλοι οι χριστιανοί. Τόνισε ότι πρέπει να βγουν όλοι από την εκκλησία και θα μείνει ο διάβολος, ο οποίος τόσα μεγάλα εμπόδια είχε κάνει για να μην κτιστεί αυτή η ωραία εκκλησία, αλλά δεν το κατόρθωσε. Θα βγούμε λοιπόν για μια στιγμή και θα προσευχηθούμε στο Θεό να διώξει οριστικά τα πνεύματα του κακού και της κολάσεως από τον Ιερό Ναό. Αμέσως άρχισε ο κόσμος να βγαίνει από την εκκλησία. Μια γυναίκα ηλικιωμένη δεν μπόρεσε να βγει από τον πολύ κόσμο και αποκαμωμένη έμεινε πάνω στον γυναικωνίτη. Αλλά ξαφνικά βρέθηκε εμπρός της ένας άγνωστος παπάς, ο οποίος την πήρε από το χέρι και της είπε: -Δεν πρέπει να μείνεις εδώ αυτή τη στιγμή. Και με το χέρι του την πήγε στην σκάλα του γυναικωνίτη στο νάρθηκα. Όταν έφτασαν μπροστά στο νάρθηκα, ο παπάς χάθηκε, πράγμα που την άφησε κατάπληκτη.
    Όταν συνήλθε από την έκπληξή της, άρχισε να διηγείται στις γυναίκες που ήταν κοντά της αυτό που της συνέβη και έλεγε ότι την ώρα που την κατέβαζε ο παπάς, αισθανόταν ότι δεν πατούσε κάτω καθόλου. Μετά σκέφτηκε ότι αυτός ήταν ο Χριστός ο οποίος την κατέβασε από τον γυναικωνίτη. Από τότε δεν περνάει μέρα που να μην ευχαριστεί από τα βάθη της καρδιάς της τον Σωτήρα Χριστό για το θαύμα που αξιώθηκε να δει.
†    ―    †

ΤΑ  ΘΑΥΜΑΣΙΑ  ΟΡΑΜΑΤΑ
ΤΩΝ  ΕΟΡΤΩΝ  ΤΩΝ  ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

     Την παραμονή της εορτής των Θεοφανείων, μαζεύτηκαν πολλοί χριστιανοί στην εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού για να αγρυπνήσουν. Στο διάστημα της αγρυπνίας και την ώρα που προσευχόντουσαν, βλέπουν όλοι που ήταν εκεί μέσα στην εκκλησία ένα φως. Τότε μια γυναίκα, η Σοφία Κυνοσάτου από το χωριό Σπάτα, βγήκε από την εκκλησία για να πάει σπίτι της να φέρει λίγη φωτιά για να θυμιάσει την εκκλησία. Οι άλλες γυναίκες προσευχόντουσαν με ευλάβεια. Όταν γύριζε και έφτανε κοντά στην εκκλησία, είδε στον τρούλο και ακριβώς εκεί που είναι η εικόνα του Παντοκράτορα, ένα φως σε σχήμα στρογγυλό, λαμπερό πολύ και μοναχά στη μέση λίγο σκοτεινό. Εν τω μεταξύ και μια άλλη γυναίκα η Θεοδώρα Τσέπενα (Τσέπα), από το ίδιο χωριό, η οποία είδε κι αυτή το λαμπερό εκείνο φως και ρώτησε τι είναι. Με πεποίθηση τότε η πρώτη γυναίκα απάντησε ότι είναι η θεία χάρη. Και αμέσως άρχισαν να προσεύχονται. Αργότερα ήρθαν και πολλοί άλλοι οι οποίοι παρατήρησαν το ουράνιο εκείνο φως. Δεν πέρασαν παρά λίγες στιγμές, όπου βλέπουν όλοι οι συγκεντρωμένοι να φανερώνεται στο σκοτεινό μέρος που ήταν στη μέση του φωτεινού σχήματος, η Ανάσταση του Χριστού. Μετά είδαν στο ίδιο μέρος της Αναστάσεως τρία πρόσωπα ομοούσια, τα οποία παρίσταναν το τρισυπόστατο της Αγίας Τριάδας. Μετά είδαν να χάνονται τα τρία πρόσωπα και να φανερώνεται στο ίδιο ακριβώς μέρος ο Ευαγγελισμός της Υπεραγίας Θεοτόκου με τον άγιο κρίνο στο χέρι του αγγέλου. Σ’ αυτό το διάστημα που συνέβαιναν οι διάφορες εμφανίσεις, το φως έμεινε αμετάβλητο.
    Αφού φανερώθηκε ο Ευαγγελισμός, είδαν στο ίδιο μέρος την Βάπτιση και αφού χάθηκε από τα μάτια τους άρχισε να χάνεται και το Άγιο φως, που φαινότανε σαν να έβγαζε σπίθες. Οι γυναίκες κατάπληκτες από όσα αξιώθηκαν να δουν, άρχισαν με ιερή ευλάβεια και συγκίνηση να προσεύχονται στον Παντοδύναμο Θεό και να τον ευχαριστούν γιατί αξίωσε τις αμαρτωλές ψυχές να δουν τόσα θεία και θαυμάσια πράγματα. Εκείνες που ήταν μέσα στην εκκλησία είδαν μονάχα το λαμπερό εκείνο φως και μόλις έμαθαν τα θαύματα που έγιναν έξω από τον Ναό, γονάτισαν και έκαναν δέηση προς τον Ύψιστο.
†    ―    †

ΠΩΣ  ΕΣΩΘΗ  ΕΝΩ  ΕΨΥΧΟΡΡΑΓΟΥΣΕ
Η  ΧΩΡΙΚΗ  ΜΑΡΙΑ  ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

    Η Μαρία Διονυσίου από το χωριό Σπάτα ήταν άρρωστη από σοβαρό εσωτερικό όγκο. Οι γιατροί είχαν αποφασίσει να την εγχειρήσουν. Επειδή όμως ήταν έγκυος 7 μηνών, ήταν ανάγκη να υποστεί έκτρωση. Αυτό η Μαρία δεν το ήθελε. Αλλά αφού δεν καλυτέρευε, αποφάσισε να την κάνει. Ένα βράδυ ήλθαν όλοι οι συγγενείς στο σπίτι της, γιατί ήταν πολύ βαριά. Προαισθανόταν και η ίδια το τέλος της. Για μια στιγμή μάλιστα φώναξε τον άνδρα της κοντά στο κρεβάτι της και του είπε να έχει πρόχειρα τα ρούχα της που ήταν στο μπαούλο, γιατί θα χρειαζόντουσαν. Τα λόγια αυτά της άρρωστης, φέρανε δάκρυα στον άνδρα της και στους συγγενείς της.
    Αλλά την ώρα αυτή που ο χάρος φτερούγιζε στο δωμάτιο της άρρωστης και όλη η ατμόσφαιρα ήταν πολύ μελαγχολική, η άρρωστη κοιμήθηκε λιγάκι και είδε, όπως διηγείται, ότι βρέθηκε στην εκκλησία στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Είχε μαζί της την ρόκα της (παλιό δρύινο ξύλινο -διχαλωτό στη μια μεριά του- κλωστικό εργαλείο, μήκους 40 με 50 εκατοστά, που πάνω του στερέωναν τις μπάλες από μαλλί –προβάτου συνήθως- για να το γνέσουν και να το κάνουν κλωστή) και πολλοί άνθρωποι που ερχόντουσαν την χαιρετούσαν. Μεταξύ των άλλων ήλθε και ο Ιεραπόστολος Λάμπρος, ο οποίος αφού της πήρε την ρόκα, της έδωσε ένα Λάβαρο της Ανάστασης. Συγχρόνως έβλεπε τον Χριστό να την ευλογεί. Ο Λάμπρος είπε στη Μαρία να κρατήσει καλά το Λάβαρο, γιατί αν πέσει θα χάσει την ψυχή της για πάντα. Αυτή, παρά τον δυνατό αέρα που φυσούσε, το κρατούσε όρθιο. Εκτός από αυτά, της είπε να πάει στην Ελένη, να την σταυρώσουν και θα γίνει καλά. Σε λίγο ξύπνησε και αισθάνθηκε τον εαυτό της χωρίς πόνους. Έπειτα ανέφερε το όνειρό της στον άνδρα της και στους υπόλοιπους. Το όνειρο αυτό θεωρήθηκε αμέσως –όπως ήταν φυσικό- θαύμα.
     Έγινε πραγματικότητα την άλλη μέρα, όταν πήρε τον άνδρα της και πήγε στην εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού. Εκεί η Ελένη την σταύρωσε και γιατρεύτηκε εντελώς. Από ευγνωμοσύνη έκανε λειτουργία και δόξασε τον Θεό για το μεγάλο Του θαύμα, το οποίο κατέπληξε όλους που ξέρανε την αρρώστια της.
†    ―    †

Η ΟΠΤΑΣΙΑ  ΜΙΑΣ  ΑΠΙΣΤΟΥ
      
     Στα Σπάτα είχε έλθει και μια Αιγύπτια που την έλεγαν Μαρία. Αυτή πάντοτε παραπονιότανε ότι ήταν αμαρτωλή και δεν μπορούσε να δει κανένα σημάδι ώστε να πιστέψει σ’ αυτά που διέδιδαν για τον Ναό της Αναστάσεως. Την ώρα αυτή που ζητούσε να την συγχωρήσει ο Κύριος και να της επιτρέψει να δει κι αυτή κάτι, αντιλαμβάνεται  αμέσως να περνάει έξω από την πόρτα του δωματίου που βρισκόταν ένας ψηλός με ολόασπρο φόρεμα. Έτρεξε στο παράθυρο όπου διέκρινε μόνο το χέρι του.
     Σηκώθηκε με τρόπο και άρχισε να σταυροκοπιέται. Κι όταν ησύχασε, άρχισε να διηγείται με κατάνυξη τα συμβάντα σ’ όλους που βρισκόντουσαν εκεί.
†    ―    †

ΤΟ  ΟΡΑΜΑ  ΤΩΝ  ΠΕΝΤΕ  ΚΟΡΑΣΙΔΩΝ

     Ένα βράδυ, στις 29 Σεπτεμβρίου 1937, πέντε κορίτσια γύριζαν με το νερό από την δεξαμενή του χωριού Σπάτα στο σπίτι τους. Περνώντας από την εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού στα Σπάτα, είδαν στον πρόναο –εκεί που είναι η Αγία Πέτρα- και πάνω στο σκαλοπάτι να κάθεται ένας γέροντας. Είχε τα χέρια του στο κεφάλι του, σαν να σκεφτόταν. Ήταν ντυμένος με παλιά ρούχα και είχε γενειάδα.
     Περίεργα τα κορίτσια για να γνωρίσουν τον ξένο από κοντά, θέλησαν να μπουν μέσα, αλλά η εξώπορτα ήταν κλειστή. Ένα τότε από τα μεγαλύτερα, ηλικίας 17 χρονών, έτρεξε να φωνάξει την μητέρα του να δει τον παράξενο ξένο. Αλλά όταν γύρισε, είχε χαθεί. Τα κορίτσια με θάρρος  και με πολλή βεβαιότητα ομολογούν ότι η εξαφάνιση του γέροντα τους έκανε κατάπληξη και ότι σκέφτηκαν αμέσως πως θα ήταν ο Χριστός.
     Τα ονόματα των κοριτσιών αυτών είναι τα εξής :
Αναστασία Ν. Πετρίτση, Χριστίνα, Αθανασία, Καλλιόπη και Αικατερίνη, ηλικίας όλα άνω των 12 χρονών.
^
^
     Ένα κοριτσάκι από τα Σπάτα, που έφερε το όνομα της Παναγίας, μαζί με την μικρότερη αδελφούλα της, είχαν κάμει τάμα στην εκκλησία όταν κτιζότανε ένα Σταυρό Μαρμάρινο και ένα στεφάνι από λουλούδια. Και τον Σταυρό να βάλουν στη σκεπή, κατά το έθιμο, και το στεφάνι στον Εσταυρωμένο. Τα πήγαν λοιπόν ένα σούρουπο στον εργολάβο, αλλά εκείνος, επειδή δεν ήταν ακόμη έτοιμος να βάλει τον Σταυρό στη σκεπή, είπε να τον αφήσουν για την άλλη μέρα. Μετά πήγαν να βάλουν το στεφάνι στον Εσταυρωμένο.
    Ξαφνικά είδαν ένα καταπληκτικό θέαμα. Κάτω στη γωνία του τραπεζιού άναψε ένα μεγάλο φως στρογγυλό σαν δίσκος. Και μετά το φως αυτό υψώθηκε και πήγε προς την επάνω γωνιά του τοίχου, όπου ακούστηκε ο ήχος του σβησίματος του και χάθηκε.
   Τα κορίτσια έμειναν κατάπληκτα από το φαινόμενο αυτό και γονατιστά άρχισαν με δάκρυα να προσεύχονται. Αμέσως διαδόθηκε το θαύμα αυτό και άρχισαν να έρχονται πολλοί ευσεβείς χριστιανοί να προσκυνούν το μέρος εκείνο.
†    ―    †

ΠΩΣ  ΕΝΕΦΑΝΙΣΘΗ  ΜΙΑ  ΝΥΚΤΑ  Ο  ΧΡΙΣΤΟΣ
ΣΤΗΝ  ΩΡΑΙΑ  ΠΥΛΗ  ΤΟΥ  ΝΑΟΥ

   Από το χωριό Κορωπί της Αττικής πήγαν μια φορά δυό γυναίκες μαζί με τα πέντε τους παιδιά για να ξενυχτίσουν στην εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού και από το χωριό Σπάτα άλλες δυο γυναίκες για τον ίδιο σκοπό. Θα ήταν η ώρα 2και μισή μετά τα μεσάνυχτα, όπου άκουσαν ένα θόρυβο σαν βαθειά ομιλία.
     Τρέχουν να δουν μήπως κανένα από τα παιδιά τους ξύπνησε, αλλά αυτά κοιμόντουσαν. Εκείνη τη στιγμή βλέπουν μια σκιά. Ο ήχος του περπατήματός της ακούγονταν σαν να πηγαίνει προς την Ωραία Πύλη, η οποία ήταν κλειστή. Μόλις έφτασε η σκιά μπροστά στην Πύλη, αυτή άνοιξε με πάταγο, μπαίνει η σκιά μέσα και η πύλη κλείνει. Σε λίγο ανοίγει ξανά η Ωραία Πύλη με πάταγο και βγαίνει η σκιά έξω και αμέσως μετά κλείνει πάλι με τον ίδιο πάταγο. Στην συνέχεια άκουσαν οι κατάπληκτες γυναίκες τρία χτυπήματα δυνατά πάνω στην Ωραία Πύλη. Τρεις από τις γυναίκες έτρεξαν τότε να δουν ποιος χτυπάει. Τότε βλέπουν ένα φως να βγαίνει από το μαρμάρινο εικονοστάσι που είναι στην αυλή της εκκλησίας. Το φως  ήταν έντονο και έτρεχε δεξιά κι αριστερά και σχημάτιζε ένα σχήμα τριγώνου. Μετά μπήκε και πάλι στο εικονοστάσι. Οι γυναίκες που ήταν μέσα στην εκκλησία άκουσαν και πάλι ΤΡΙΑ χτυπήματα στην πόρτα που ήταν από το βόρειο μέρος. Μετά χτυπούσε πότε η μια πόρτα και πότε η άλλη.
    Οι γυναίκες άρχισαν να προσεύχονται με δάκρυα. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια  γ λ υ κ ε ι ά  υπερκόσμια ψαλμωδία χωρίς να καταλαβαίνουν όμως καμιά λέξη, γιατί η διάλεκτος ήταν άγνωστη σ’ αυτές. Έπειτα άκουσαν να τρίζουν όλα τα εικονίσματα της εκκλησίας και στο τέλος άρχισαν να κινούνται τα καντήλια, περισσότερο όμως του ιερού, που εξακολουθούσαν να κινούνται για ένα τέταρτο της ώρας. Κατατρομαγμένες και οι τέσσερις, άρχισαν να προσεύχονται με δάκρυα, και όταν ξημέρωσε, οι θεοσεβούμενες χωρικές διέδωσαν σ’ όλο το χωριό το θαύμα αυτό.





†    ―    †

ΤΟ  ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ  ΘΑΥΜΑ  ΙΑΣΕΩΣ
ΜΙΑΣ  ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΗΣ  ΝΕΑΣ

   Η Πετρούλα Βασιλείου Καραθανάση, από την Αθήνα οδός Αδμήτου 4 (κοντά στην πλατεία Αττικής) αφηγείται το θαύμα που έγινε σ’ αυτή στον Ιερό Ναό Αναστάσεως Σπάτων, και θεραπεύτηκε, ενώ οι γιατροί την είχαν απελπίσει.
-Ήμουν αρραβωνιασμένη με ένα ευλαβή νέο, λέει η Πετρούλα, στο σπίτι του οποίου πήγα με τους γονείς μου για επίσκεψη. Την ώρα που μπαίναμε στο σπίτι, ένας τρομερός κρότος ακούστηκε σε μια εικόνα του σπιτιού σαν να έσπαγε. Εκείνη τη στιγμή έπαθα μια τρομερή κρίση και έπεσα λιπόθυμη. Την Τρίτη φορά που έπαθα την ίδια κρίση, κάλεσαν οι γονείς μου τον παθολόγο γιατρό κ. Παπαπέτσα, ο οποίος συνέστησε να με κλείσουν στη νευρολογική κλινική του κ. Παπάρα. Παρέμεινα εκεί έντεκα ημέρες και φάνηκε στους γιατρούς ότι είχα θεραπευτεί, γι’ αυτό και με έστειλαν σπίτι μου.
    Μόλις όμως μπήκα σ’ αυτό, άρχισα να βρίζω όλους τους οικείους μου. Έδιωχνα τον μνηστήρα μου, ο οποίος λυπημένος με έβλεπε να υποφέρω χωρίς να μπορεί να μου προσφέρει καμιά βοήθεια. Τότε οι γονείς μου κάλεσαν τον παπά του Αγίου Παντελεήμονα να εξοργίσει το δαιμόνιο, γιατί ήμουν πραγματικά δαιμονισμένη.
     Μόλις αντίκρισα τον παπά με τον σταυρό στο χέρι άρχισα να τον διώχνω. Η δυστυχισμένη η μητέρα μου έβλεπε το μαρτύριό μου με πόνο στην καρδιά της και της σχίζονταν τα σωθικά της. Η ασθένειά μου διήρκησε τρεις μήνες, κατά τους οποίους με βασάνιζε ο καταραμένος σατανάς. «εγώ θα σε πάρω, μου έλεγε στα αυτιά μου, εγώ παίρνω όλα τα αθώα κορίτσια. Είσαι δικιά μου». Και δεν με άφηνε να πέσω στο κρεβάτι για να ξεκουραστώ από την τυραννία του εξορκισμένου.
    Μια μέρα που με είχαν πάει στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα Αχαρνών, την ώρα που βγήκαν τα Άγια Μυστήρια, η μητέρα μου με ξάπλωσε χάμω για να περάσουν από πάνω μου. Σήκωσα τότε τα χέρια μου και μούντζωσα την Αγία Κοινωνία. Το μαρτύριό μου εξακολουθούσε έτσι, όταν μια γυναίκα που γνώριζε για τα θαύματα του Ιερού Ναού της Αναστάσεως Χριστού στα Σπάτα, είπε στους γονείς μου να με πάνε εκεί.
-¨Ήταν Παρασκευή βράδυ 10 η ώρα όταν με πήραν οι γονείς μου μαζί με τους συγκατοίκους μας Αναστάσιο Βασιλείου, Σεϊμένη και Μαρίας Σεϊμένη και αναχωρήσαμε με αυτοκίνητο για το χωριό Σπάτα. Στο δρόμο ήμουν ήσυχη, αλλά μόλις φτάσαμε στην τοποθεσία που λέγεται Σταυρός, άρχισα πάλι να χτυπώ τον μνηστήρα μου, να τραβώ τα μαλλιά μου και να φωνάζω: -«Ξέρω που με πάτε. Με πάτε στην Ανάσταση. Να γυρίσουμε πίσω, γιατί η εκκλησία είναι κλειστή και η Ελένη δεν είναι εκεί». Όσο πλησιάζαμε στην εκκλησία τόσο περισσότερο υπέφερα.
    Το προηγούμενο βράδυ, δυο καλόγριες που ονομάζονταν η μια ¨Άννα (Αγησιλάου 5) και η άλλη Μαγδαληνή (¨Έλλης 4), οι οποίες έμεναν στην συνοικία Χαροκόπου, είδαν στον ύπνο τους τον Χριστό, ο οποίος τους είπε: -Αύριο το βράδυ θα έλθετε να αγρυπνήσετε στην εκκλησία μου εις τα Σπάτα, εξάπαντος.
     Οι δυο αυτές καλόγριες υπάκουσαν στην εντολή του Κυρίου και πήγαν και αγρυπνούσαν στον Ναό της Αναστάσεως. Οι καλόγριες αυτές μου διηγήθηκαν τα εξής:
     Είκοσι λεπτά περίπου πριν φτάσουμε εμείς, δηλαδή περίπου όταν περνούσαμε από τη θέση Σταυρός, προς τα Σπάτα, όλα τα τζάμια των αγίων εικόνων έτριζαν σαν να έσπαζαν και είπαν μεταξύ τους: για να μας καλέσει εδώ ο Κύριος, κάτι θα μας συμβεί απόψε. Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν προσευχές και μετάνοιες. Όταν φτάσαμε στα Σπάτα, κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και μπήκαμε στο προαύλιο της εκκλησίας. Εκεί κάθισα χάμω και δεν μπορούσαν να με σηκώσουν επτά (7) άτομα, εμένα που δεν ζύγιζα περισσότερο από 35 οκάδες! 44,87 κιλά. (1οκά = 1,282 κιλά). Με πολύ κόπο με μετέφεραν μέσα στον Ναό όπου περπάτησα αμέσως. Ειδοποιήθηκαν τότε οι καλόγριες από τους οικείους μου ότι ήμουν δαιμονισμένη και ήλθαν κοντά μας για να αγρυπνήσουμε μαζί. Τότε αντιλήφτηκαν οι καλόγριες γιατί ο Κύριος τους είπε να αγρυπνήσουν στην εκκλησία Του. Άρχισαν λοιπόν να με σταυρώνουν με ένα Σταυρό και να εξορκίζουν τα δαιμόνια που ήταν μέσα μου, διαβάζοντας παρακλήσεις. Όταν είχε προχωρήσει η νύχτα, κατά τις 11, οι καλόγριες και οι οικείοι μου σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλό να με έβαζαν να κοιμηθώ λίγο γιατί ήμουν πολύ κουρασμένη. Ετοίμαζαν λοιπόν να με βάλουν να κοιμηθώ, όταν εγώ τους είπα: «Τώρα θα κοιμηθώ, αλλά στις 3 η ώρα που θα σηκωθώ, θα δείτε τι θα κάνω. Θα τα σπάσω όλα, δεν θα αφήσω τίποτα γερό». Την ώρα που κοιμόμουνα, οι καλόγριες έκαναν δεήσεις, γιατί δεν υπήρχε ιερέας στην εκκλησία κατά την ώρα εκείνη. Ξαφνικά βλέπουν τον αρραβωνιαστικό μου, ο οποίος στεκόταν στη θέση του δεξιού ψάλτη, κοιτάζοντας προς τον γυναικωνίτη, να μένει σαν απολιθωμένος. Και οι καλόγριες είπαν μεταξύ τους: -Δεν έχουμε φαίνεται έναν άρρωστο απόψε αλλά δυο. Είναι και ο μνηστήρας της. Και αμέσως πλησιάζουν τον μνηστήρα μου από πίσω και άρχισαν να τον σταυρώνουν. Γύρισε τότε ο μνηστήρας μου και τους είπε: Δεν έχω τίποτε, γιατί με σταυρώνετε;» -Σε είδαμε που ήσουν σαν απολιθωμένος και κοίταξες προς το γυναικωνίτη και φοβηθήκαμε μήπως έπαθες κάτι. «Κοίταζα κατά κει, του λέγει, και ήμουνα σαν απολιθωμένος γιατί έβλεπα έναν καλόγηρο να περπατάει στον αέρα, κοντά στον γυναικωνίτη και να πηγαίνει από τη μια μεριά στην άλλη. Κοίταζα επίμονα για να δω το πρόσωπό του. Αλλά δεν το κατόρθωσα, παρά τις προσπάθειές μου». Εξακολούθησαν τότε οι καλόγριες να διαβάζουν ικετεύοντας τον Κύριο για την υγεία μου. Ήταν η ώρα 3 μετά τα μεσάνυχτα , όταν κινήθηκα στο στρώμα μου. Ήλθαν όλοι κοντά μου, φοβούμενοι μήπως κάνω καμιά ζημιά στην εκκλησία. Τότε άρχισα να λέω ότι το δαιμόνιο θα έβγαινε από το μάτι! Οι καλόγριες με σταύρωναν και έλεγαν: «Από το δάκτυλό της το μικρό θα βγεις». Αυτό το επαναλάβανε τρεις φορές. Βλέπω τότε ένα μαύρο σατανά με ουρά και με κέρατα, να στέκεται μπροστά μου ολόγυμνος. Τον έφτυσα τρεις φορές και είπα «Χάσου από δω, δεν ντρέπεσαι, γδυτός να στέκεσαι μπροστά μου; Ξορκισμένος να είσαι». Με ρωτούν οι καλόγριες τι μου συμβαίνει και εγώ τους απαντώ. –Δεν τον βλέπετε;
Κι αυτές χωρίς να βλέπουν μου λένε, για να μην με απογοητεύσουν:
-Βλέπουμε κι εμείς, αλλά θέλουμε να μας τα λες εσύ για να δούμε εάν βλέπουμε τα ίδια. Κι εγώ τους απαντώ:
-Είναι μπροστά μου ο εξορκισμένος με κέρατα, με ουρά, μαύρος και γυμνός. Να, να, τώρα βγαίνει ένας καλόγηρος από την αριστερή πόρτα του Ιερού. Να, τώρα περνάει μπροστά μας ο καλόγηρος. Πάει μπροστά ο μαύρος και πίσω ο καλόγερος προς την κύρια θύρα του Ναού. Να, τώρα ο καλόγηρος ανοίγει την πόρτα, βγαίνει ο μαύρος έξω, κλείνει ο καλόγηρος την πόρτα και έρχεται μέσα.
Να, τώρα περνάει από κοντά μας και μπαίνει από τη δεξιά πόρτα του Ιερού.
   Την στιγμή εκείνη ακούνε όλοι όσοι ήταν μέσα στην εκκλησία μεγάλο θόρυβο έξω, σαν ποδοβολητό ανθρώπων που κουδούνιζαν όπως οι πιερότοι της απόκριας και έτρεχαν γύρω από τον Ναό. Οι δύο εικόνες της εκκλησίας, άρχισαν να τρίζουν τόσο, ώστε νομίζαμε πως θα σπάσουν τα τζάμια τους όπως και των παραθύρων.
   -Για κοιτάξτε, φωνάζω, άνοιξε η Ωραία Πύλη. Να, βγήκε ο Κύριος Δεσπότης.
     Οι καλόγριες με ρωτούν τι φορεί και τους απαντώ:        
    -Φορεί μήτρα χρυσή, (Ή Αρχιερατική Μίτρα. "Έχει την αρχή της στην Παλαιά Διαθήκη. Συμβολίζει τον ακάνθινο στέφανο, αλλά και το Βασιλικό αξίωμα του Κυρίου, δεδομένου ότι ο Αρχιερέας είναι ζώσα εικόνα του Χριστού στην Εκκλησία Του. Ή χρήση της επεκτάθηκε μετά τον 16ο αιώνα.)
   Τα μαλλιά του είναι ολόξανθα και πέφτουν στους ώμους του σαν μπούκλες. Φορεί ακόμη μια δεσποτική στολή ολόχρυση και κρατάει στα χέρια του πατερίτσα. Στα πόδια του φοράει πέδιλα χρυσά. Το πρόσωπό του λάμπει. Να, τώρα με φωνάζει να πάω κοντά του!
     Και πραγματικά τρέχω προς τον Κύριο και μόλις τον πλησιάζω μου λέει: «Να ειπείς εις τον πατέρα σου να μην με ξαναβλαστημήσει γιατί θα του κάνω μεγαλύτερο κακό απ’ ότι του είχα κάνει». Μετά από μικρή διακοπή μου προσθέτει: «Θα ειπείς ακόμη και αυτό που θα σου ειπώ στον πατέρα σου κρυφά και σε κανέναν άλλο. Θα το ξέρετε μόνον εσύ και ο πατέρας σου». Και μου είπε ένα μυστικό. Επίσης μου είπε ότι θα μου τα φέρει δεξιά για τον γάμο μου και ότι θα είναι πάντοτε πλησίον μου. Δοξάζω τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν  για την μεγάλη χάρη που με αξίωσε να τον δω και να με θεραπεύσει από τα δαιμόνια μέσα στον Ιερό Ναό Του.

†    ―    †

ΤΟ  ΘΑΥΜΑ  ΠΟΥ  ΕΙΔΕ  Ο  κ.  ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ

    Ο κ. Δημήτριος Αγγελίδης, γνωστός επιχειρηματίας που μένει στην οδό Ναυπάκτου 10, διηγήθηκε με ευλάβεια το παρακάτω θαύμα.
   -Η μητέρα μου Ελένη ήταν άρρωστη βαριά. Μέσα στην απελπισία μου, κατέφυγα στην Ανάσταση του Κυρίου, στα Σπάτα, από τον οποίο ζήτησα με παρακάλια να ευσπλαχνισθεί την καλή μου μητέρα και να την κάνει καλά.
    Και ω του θαύματος! Στην πιο κρίσιμη στιγμή πληροφορήθηκα από την ενάρετο Ελένη ότι ενώ βρισκόμουν στη θέση που φανερωνόταν ο Κύριος, άκουσε μια φωνή η οποία της έλεγε: «Ελένη, ας πάρει λίγο λάδι από την εκκλησία μου και ας αλείψει την άρρωστη μητέρα του». Είχα μεγάλη πίστη και πεποίθηση και έκανα ότι διέταξε ο Κύριος.
  -Πήρα λίγο λάδι από το καντήλι του Σωτήρος και με μεγάλη ευλάβεια άλειψα σταυρωτά το μέτωπο της βαριάς άρρωστης μητέρας μου, η οποία, με την μεγάλη Του παντοδυναμία, θεραπεύτηκε αμέσως και δοξάζει τον Θεό.
   -βροντοφωνώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου το θαύμα αυτό σε όλους τους ευλαβείς Χριστιανούς και ομολογώ ότι πολλές φορές είδα στη θέση που φανερωνόταν ο Χριστός διάφορα φωτεινά σημάδια, τα οποία με αστραπιαία ταχύτητα εξαφανίζονταν.

†    ―    †

ΤΟ  ΘΑΥΜΑ  ΠΟΥ  ΕΓΙΝΕ
ΣΤΟΝ  ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟ  κ.  ΒΑΣΙΛΑΚΗ

    Στα Σπάτα πήγαινε πολλές φορές ένας νεαρός ευσεβείς, Ιεροσπουδαστής, που λεγόταν Λάμπρος Εμμαν. Βασιλάκης, ο οποίος κήρυττε τον λόγο του Θεού. Μια εποχή έτυχε να λείπει στην Κάρυστο.
     Ένα βράδυ στον ύπνο της Ελένης παρουσιάζεται ο Σεβαστός γέρος και της λέει: «Άκουσε Ελένη. Να ειδοποιήσεις αύριο το πρωί τους χωρικούς, ότι το απόγευμα στις 4 μμ. θα έλθει ο Λάμπρος (τον οποίο της παρουσίασε στον ύπνο της) και θα σας κηρύξει τον λόγο του Θεού».
    Πράγματι η Ελένη άρχισε την άλλη μέρα να διαδίδει ότι το απόγευμα θα είχε κήρυγμα. Στις 4 το απόγευμα λοιπόν, μαζεύτηκε ο κόσμος και περίμενε τον γνωστό Ιεροσπουδαστή. Αφού πέρασαν λίγα λεπτά φάνηκε αυτός από μακριά να έρχεται. Έτρεξε αμέσως η Ελένη και του είπε ότι ο κόσμος αυτόν περίμενε, για να κηρύξει. Αληθινά κήρυξε σχεδόν μια ώρα αλλά με δύναμη όχι ανθρώπινη, όπως και ο ίδιος το ομολόγησε, αλλά με Θεϊκή.
     Μάλιστα λέει ο ίδιος, ότι από την ευλογημένη εκείνη μέρα άρχισε να μιλάει με ευχέρεια που δεν την είχε ποτέ άλλοτε, σαν εμπνευσμένος. Όταν κατόπιν έμαθε ο Ιεροδιάκονος τα καθέκαστα από την Ελένη, την βεβαίωσε ότι δεν ήταν να έλθει στα Σπάτα την ημέρα εκείνη, αλλά τον έφερε μια ανώτερη εσωτερική δύναμη, η οποία τον πίεζε από το πρωί. Αυτή τον οδήγησε στο Αλιβέρι, μετά στην Ραφήνα και τέλος τον έφερε στην κανονική ώρα στο μέρος που εμφανιζόταν ο Κύριος και έκανε το ωραίο κήρυγμά του.
†    ―    †

       ΤΙ  ΕΙΔΕ  ΕΝΑΣ  ΡΩΣΟΣ  ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ  ΠΟΥ
                   ΕΓΙΝΕ  ΕΔΩ  ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΗΣ

Ο Βλαδίμηρος Τσαπαρόφσκι από την Ρωσία πρώην Συνταγματάρχης στο ρωσικό στρατό, που τώρα για να ζει εδώ έφτασε να γίνει ελαιοχρωματιστής, είχε αναλάβει να χρωματίσει τα στασίδια της εκκλησίας της Αναστάσεως του Χριστού. Διηγείται λοιπόν τα εξής;
   - Ένα βράδυ, λέει ο Βλαδίμηρος, ενώ έτρωγα στον γυναικωνίτη με τον βοηθό μου Κώστα, Ελληνο-ρώσος και αυτός στην καταγωγή, βλέπω από τον γυναικωνίτη μέσα στο Ιερό της εκκλησίας ένα φως να φέγγει, σαν ηλεκτρικό. Τότε λέω στον βοηθό μου Κώστα:
     -Τι φως είναι αυτό μέσα στο Ιερό; Ο συνάδελφός μου, αφού κοίταξε στο μέρος που του έδειχνα, μου είπε: Εγώ δεν βλέπω τίποτα, που είναι αυτό το φως;
    -Δεν βλέπεις ολόκληρο φως; Τον ρώτησα. Τότε εκείνος κατέβηκε από τον γυναικωνίτη, από περιέργεια, και πήγε κοντά στο Ιερό, αλλά δεν είδε τίποτα, γυρίζοντας λοιπόν πίσω, επανέλαβε στον Βλαδίμηρο ότι δεν υπήρχε τίποτα και ότι θα το δημιούργησε η φαντασία μου.
    -Τι λες; Εγώ εξακολουθώ να το βλέπω!
     Τέλος πέσαμε να κοιμηθούμε στον γυναικωνίτη, αφού πρώτα συζητήσαμε για μισή ώρα στη ρωσική γλώσσα.
   Μόλις είχαν αποκοιμηθεί, ο Βλαδίμηρος είδε, όπως είπε μετά ο ίδιος, ένα όνειρο, ότι βρισκόταν «στο πόδι» ντυμένος με μεγάλη επιμέλεια και ότι έφευγε από την εκκλησία και πάλι γύριζε. Αλλά πότε έφευγε και πότε γύριζε, δεν μπορούσε να αντιληφθεί. Όταν όμως αργότερα ξύπνησε, έμεινε κατάπληκτος γιατί βρέθηκε να είναι ντυμένος, ενώ θυμόταν καλά ότι πριν κοιμηθεί είχε βγάλει τα ρούχα του και είχε ξαπλώσει δίπλα στον Κώστα. Ξαφνικά βλέπει στην σκάλα του γυναικωνίτη να στέκεται ένας γέροντας με άσπρη γενειάδα, με πτωχική ενδυμασία, ενώ στη μέση του φορούσε μια πέτσινη ζώνη και στα πόδια του πέδιλα. Αν και ο γέροντας ήταν γυρισμένος προς τον Βλαδίμηρο, δεν μπορούσε όμως αυτός να διακρίνει το πρόσωπό του. Παρατηρώντας τον όμως, του φάνηκε πως κάπου τον είχε ξανασυναντήσει αλλά που, δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ξαφνικά η οπτασία χάθηκε και ο Ρώσος συν/ρχης την άλλη μέρα κατέβηκε στην Αθήνα και είπε στην οικογένειά του ότι είδε μέσα στην εκκλησία του Χριστού στα Σπάτα.
†    ―    †

ΕΝΑ  ΘΑΥΜΑ  ΕΙΣ  ΤΑ  ΣΠΑΤΑ  ΑΤΤΙΚΗΣ

    Στην εγκεκριμένη Αθηναϊκή εφημερίδα «Βραδυνή», δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του τρέχοντος τότε έτους (1938) το ακόλουθο δημοσίευμα:
   -Τα Σπάτα της Αττικής συνεταράχτηκαν το πρωί της Κυριακής από την είδηση ότι η Παναγία εθαυματούργησε στην εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού.
     Όσοι δεν είχαν παρακολουθήσει την πρωινή λειτουργία, έσπευσαν προς την εκκλησία να βεβαιωθούν και να ζητήσουν πληροφορίες από εκείνους που είχαν την τύχη να βρεθούν στον τόπο της εμφάνισης της Παναγίας, να ανάψουν κεριά και να δοξολογήσουν τη Χάρη της. Η καμπάνα της εκκλησίας χτύπησε χαρμόσυνα και ο αρχιμανδρίτης ανέβηκε στον άμβωνα και μίλησε στους συγκεντρωμένους χριστιανούς.
    Τα γεγονότα συνέβησαν ως εξής:
            †    ―    †

Η  ΠΡΩΤΗ  ΕΜΦΑΝΙΣΗ  ΤΗΣ  ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Πριν από δέκα μέρες περίπου η 20ετής Αγγελική Παπανικολάου, που μένει στα Κάτω Πετράλωνα στην οδό Δαιδαλίδων και αριθμό 23, εκμυστηρεύτηκε ένα πρωί στη μητέρα της τρομαγμένη:
   -Είδα στον ύπνο μου την Παναγία. Με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και δακρυσμένα μάτια. Μου είπε να μην φοβηθώ για ότι πρόκειται να συμβεί σε μένα…
   -Να πας στην εκκλησία παιδί μου … αποκρίθηκε η μητέρα μου.
   Την ίδια στιγμή η Αγγελική πέφτει κάτω και όταν συνέρχεται δεν έχει φωνή και ολόκληρο το αριστερό μέρος του σώματός της είχε υποστεί παράλυση. Τότε κλήθηκαν γιατροί οι οποίοι διαπίστωσαν την παράλυση, αλλά δεν ανακάλυψαν τα αίτια.
   Η μητέρα της Αγγελικής ανέφερε στους γιατρούς όσα της είχε πει η κόρη της λίγες στιγμές πριν συμβεί η περίεργη λιποθυμία.
   -Η επιστήμη θα κάνει ότι μπορεί, αλλά στραφείτε και στον Θεό!!!
†    ―    †

«ΜΗΝ  ΦΟΒΑΣΑΙ  ΠΑΙΔΙ  ΜΟΥ  ΘΑ  ΓΙΝΕΙΣ  ΚΑΛΑ»

    Στις τελευταίες μέρες της εβδομάδας η Αγγελική ξύπνησε την μητέρα της και της έγραψε σε ένα χαρτί:
    -Είδα πάλι την Παναγία. Φορούσε ένα χρυσό στέμμα αλλά στα μάτια της υπήρχαν πάλι τα δυό δάκρυα. Μου είπε: -«Μη φοβάσαι παιδί μου, θα γίνεις καλά. Την ρώτησα γιατί έκλαιγεΓια το αίμα που χύνεται στον κόσμο, μου είπε. Την ρώτησα πάλι, πως θα γίνω καλά και μου απάντησε: «Να πας στα Σπάτα στην εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού και να περιμένεις…»


†    ―    †

ΤΟ  ΘΑΥΜΑ  ΓΙΝΕΤΑΙ
      Πράγματι προχθές την Κυριακή, η οικογένεια Παπανικολάου μετέφερε την Αγγελική στα Σπάτα. Ενημέρωσε τους ιερείς για την υπόθεση και στην εικόνα της Παναγίας στην εκκλησία, η Αγγελική κρέμασε ασημένιο αφιέρωμα. Η λειτουργία συνεχιζόταν κανονικά και όταν ο Πανοσιολογιότατος Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος εμφανίστηκε στη μέση της Ωραίας Πύλης με τα Ιερά Σκεύη, η Αγγελική έπεσε κάτω με το πρόσωπο. Ο Αρχιμανδρίτης πέρασε με τα Ιερά Σκεύη, ενώ βαθύτατη σιγή και συγκίνηση επικρατούσε μεταξύ του εκκλησιάσματος.
    Η Παναγία θαυματούργησε πράγματι. Η Αγγελική ξαναβρήκε στη στιγμή τη φωνή της, η οποία στη μέση της βαθύτατης εκείνης κατάνυξης, ακούστηκε έντονα: «Δοξάζω τη Χάρη Σου, Παναγία μου!»
    Έπειτα, μπροστά από τους κατάπληκτους χωρικούς, η κόρη σηκώθηκε μόνη της και κατευθύνθηκε στην εικόνα της Παναγίας και την ασπάσθηκε, (φίλησε).
    -Ένιωσα, αφηγήθηκε κατόπιν η Αγγελική, ένα περίεργο ρίγος να διαπερνά το σώμα μου και ένα υπέροχο άρωμα να με πλημμυρίζει. Κάποια φωνή μέσα μου, μού έλεγε επιτακτικά: «Σήκω Αγγελική παιδί μου, είσαι καλά»!
   Το θαύμα συζητήθηκε μεταξύ των κατοίκων με συγκίνηση, οι οποίοι πήγαιναν συνεχώς ολόκληρη τη μέρα στην εκκλησία της Αναστάσεως και ζητούσαν πληροφορίες από τους αυτόπτες μάρτυρες και τους Ιερείς.
†    ―    †



ΓΙΑΤΙ  Ο  ΝΑΟΣ  ΕΓΙΝΕ  ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΣ
Η  ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ  ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ  ΦΩΤΕΙΝΗΣ

   Θα μας έχει κινήσει βέβαια την περιέργεια γιατί ο Ναός Αναστάσεως Χριστού έγινε Τρισυπόστατος και πως περιελήφθη σ’ αυτόν και η Αγία Φωτεινή. Ορίστε λοιπόν η εξήγηση:
   Ένας εργάτης από το Κορωπί, που το όνομά του ήταν Νικ. Αγάπης, όταν είχαν αρχίσει οι εργασίες για την ανοικοδόμηση του Ναού, είδε στον ύπνο του να παρουσιάζεται μια γυναίκα, η οποία του είπε: «Είμαι η Αγία Φωτεινή. Να πας στα Σπάτα, να βρεις την Ελένη και να ειπείς στους επιτρόπους ότι κατά τον εορτασμό των εγκαινίων του Ιερού Ναού του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, θέλω, μαζί με την Χάρη του, να εγκαινιασθώ κι εγώ εις την ιδίαν εκκλησίαν».
    Ο χωρικός επισκέφτηκε την Ελένη και της αφηγήθηκε το όνειρο, αλλά εκείνη είχε ενδοιασμούς και δεν έλεγε τίποτα στους επιτρόπους, γιατί φοβόταν μήπως δημιουργούνταν σούσουρο στον κόσμο.
    Ενώ λοιπόν ήταν με την αμφιβολία αν έπρεπε να εκτελέσει την «παραγγελία» όπως την χαρακτήριζε ο χωρικός που είχε δει το όνειρο της Αγίας Φωτεινής, οραματίζεται και η ίδια η Ελένη στον ύπνο της την Αγία Φωτεινή, η οποία της έλεγε:
    «¨Έχω παράπονο μαζί σου, γιατί δεν έκαμες ότι σου παρήγγειλα, γιατί δεν λέγεις στους επιτρόπους την επιθυμία μου, να περιληφθώ στον Ιερό Ναόν του Χριστού μας. Δεν πρέπει να φοβάσαι τον κόσμο». Και λέγοντας αυτά, άπλωσε τα χέρια της και έπιασε και τα δυό χέρια της Ελένης.
    «Να κάμεις λοιπόν όπως σου λέγω και να μην έχεις κανένα φόβο ότι θα σε παρεξηγήσει ο κόσμος».    
     Η Ελένη ξύπνησε απότομα τη στιγμή εκείνη και έγινε θαύμα, γιατί είδε, ξύπνια πλέον, μπροστά της ολόσωμη την Αγία Φωτεινή και τα χέρια της ήταν ακόμη μέσα στα χέρια της Αγίας, η οποία της επαναλάμβανε ότι έπρεπε να πει στους επιτρόπους την επιθυμία της, και εξαφανίστηκε μέσα σε μια ελαφριά φωτεινή νεφέλη.
     Μετά από αυτό η Ελένη –όπως αφηγείται η ίδια- απέβαλε τους ενδοιασμούς που είχε και έκανε την εντολή της Αγίας. Έτσι περιελήφθη στον Ιερό Ναό της Αναστάσεως και της Αναλήψεως και η Αγία Φωτεινή, οπότε όντως ανεγέρθηκε Τρισυπόστατος.
†    ―    †

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ  ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ  ΦΩΤΕΙΝΗΣ  (ήχος Γ’)
 Θείω Πνεύματι καταυγασθείσα,
Και τοις νόμασι καταρδευθείσα,
Παρά Χριστού, του Σωτήρος, Πανεύφημε.
Της σωτηρίας το ύδωρ εξήντλησας
Και τοις διψώσιν αφθόνως μετέδωκας.
Μεγαλομάρτυς και Ιεραπόστολε Φωτεινή
Χριστόν τον Θεόν  ικέτευε.
Τοις ζωηρρύτοις ύδασι
Δροσίσαι τας ψνχάς ημών.

    Προτού η παραπάνω εικόνα καθώς και της Αναστάσεως του Σωτήρος, τοποθετηθούν στον Ναό, είδε η ευσεβής Ελένη στον  ύπνο της, τον Κύριο και εκατέρωθεν Αυτού τις δυο εικόνες, ο οποίος της είπε: «Βλέπεις, Ελένη, τας δύο εικόνας;
-Ναι, Κύριέ μου, είναι πολύ ωραίες.
-Η δική μου, παρατήρησε ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός, δεν έχει και μεγάλη επιτυχία. Η άλλη, όμως της Αγίας Φωτεινής, είναι τελείως επιτυχημένη. Ο ζωγράφος, χωρίς να το περιμένει, επέτυχε το πρωτότυπον. Είναι ωσάν να πρόκειται να σου μιλήσει, ακριβώς όπως είδα την Αγία Φωτεινή εις το φρέαρ. Και όντως η εικών αυτή θα σας ομιλήσει μίαν ημέραν και μάλιστα ενώπιον πλήθος πιστών».

Η  ΑΓΙΑ  ΦΩΤΕΙΝΗ


†    ―    †

ΠΩΣ  ΕΣΩΘΗ  ΑΠΟ  ΤΗΝ  ΠΛΑΝΗ
ΕΝΑΣ  ΠΡΩΗΝ  ΑΘΕΟΣ  ΚΑΙ  ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ
Αυτό είναι ακόμη ένα αληθινό περιστατικό, το οποίο μας αφηγείται ο ίδιος ο Ανδρέας Αθαν. Ζέρβας, που μένει στην οδό Αχαρνών πλησίον του Αγίου Ελευθερίου.
   -Μια μέρα πήγα στο χρυσοχοείο Ζολώτα, όπου εργάζεται ο αδελφός μου Αθανάσιος. Τον ζήτησα και βγήκα έξω από το κατάστημα και του λέγω: -Θανάση, ήθελα να ανταμώσουμε μια μέρα για να μιλήσουμε».
   -Τι με θέλεις πάνω – κάτω;  Μου λέγει.
   -Να, του απαντώ, επειδή εσύ γνωρίζεις τον κ. Ζολώτα και τους άλλους, μήπως έχουνε καμιά δουλειά, γιατί κάθομαι έξι μήνες. Και εκείνος μου απαντά:
    -Δουλειά θες; Έλα πάνω στα Σπάτα να παρακαλέσουμε τη Χάρη Του να σου βρει δουλειά!
    - Ο Χριστός θα μου βρει δουλειά; Τον ρωτάω. – Ναι! Μου λέει.
    -Βλέποντας ότι είχα να κάνω με ένα θρησκόληπτο σχεδόν και για να αποφύγω τα περιττά λόγια, του απάντησα: Καλά, θα έρθω. Τι ώρα φεύγει το πρώτο αυτοκίνητο;
    -Στις 06:00 το πρωί.
    -Την άλλη μέρα ξύπνησα στις 05:00 και πήγα στα Σπάτα. Πήρα ένα κερί και δεν το άναψα, αλλά το ακούμπησα στο μανουάλι. Όταν τελείωσε η λειτουργία πήγαμε με τον αδελφό μου, ο οποίος ήταν από το βράδυ στην εκκλησία, στο σπίτι της κ. Ελένης, την οποία έβλεπα και σταύρωνε τον κόσμο με ένα σταυρό. Το μεσημέρι μας κράτησαν και φάγαμε. Το απόγευμα κατά τις 6 η ώρα, είχαμε καθίσει με τον αδελφό μου στα κάγκελα του προαυλίου της εκκλησίας και είχαμε γυρισμένα τα νώτα προς το δρόμο βλέποντας την πρόσοψη του Ναού. Σε μια στιγμή που συζητούσαμε με τον αδελφό μου, με ρωτάει, επειδή ήξερα από οικοδομές:
     -Ανδρέα, σου αρέσει αυτή η εκκλησία; (εννοούσε για το σχέδιό της, όπως κατάλαβα). Αλλά η απάντησή μου ήταν καθαρά κομμουνιστική.
     -Μεθαύριο, του είπα, αν δεν την κάνωμε ταβέρνα, θα την κάνωμε χοροδιδασκαλείο!
     Ο αδελφός μου δεν ταράχτηκε, γιατί με ήξερε, αλλά μου απάντησε:
     -Δεν σου μιλάω από αυτή την άποψη, αλλά αν σου αρέσει το σχέδιό της.
     -Βυζαντινού ρυθμού είναι, του είπα, ωραίο σχέδιο έχει. Και ύστερα ρώτησα τον αδελφό μου. Γιατί έχουν γράψει Θανάση, «Ιερός Ναός Αναστάσεως Χριστού» στην πρόσοψη της εκκλησίας; Και εκείνος μου απάντησε πως ο Κύριος είπε στην Ελένη και αυτή το είπε στους επιτρόπους και το έγραψαν.
     -Και αυτό το είπε ο Χριστός, Θανάση; του λέγω. Και συνεχίζω. –τα ψέματα να τα λέτε πιο ψιλά, να σας πιστεύει ο κόσμος, για να του παίρνεται το παραδάκι! Έπειτα τον ρώτησα. –Δεν μου λες, αλήθεια, τα σίδερα εκεί για τις σημαίες ποιος τα έβαλε; Και μου απάντησε ότι τα βάλανε τον καιρό που κτίζανε την εκκλησία για να υψώσουνε δυο σημαίες και να στολίζουν την εκκλησία κατά τις γιορτές.
     -Καλά, του λέγω, αφού έχετε δύο θέσεις για σημαίες, γιατί έχετε ένα κοντάρι;
     -¨Ένα είχαμε, μου απαντά, και ένα βάλαμε. Άλλωστε αυτά τα φέρνει δώρα ο κόσμος. Τότε δεν ξέρω πως μου ήλθε και είπα στον αδελφό μου.
     -Εγώ Θανάση, έχω ένα κοντάρι στο σπίτι, γιατί μου είχανε παραγγείλει ένα και εγώ έκανα δύο. Το άλλο δεν μπόρεσα να το πουλήσω, τόσο πολύ με κατατρέχει η τύχη. Να στο δώσω αν θέλεις, να το φέρεις πάνω, γιατί εγώ δεν πρόκειται να ξανάρθω.
      Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα ένα όνειρο που είδα από βραδύς και χτυπώντας δυνατά με το χέρι μου το γόνατό μου, φώναξα: Για κοίταξε καμιά φορά πως βγαίνουν μερικά όνειρα!
     -Τι όνειρο είδες; Με ρωτάει ο αδελφός μου
     -Χθες το βράδυ που κοιμόμουν, είδα μια γυναίκα ωραία, κούκλα και ξέρεις τι μου είπε; «Ανδρέα, αύριο που θα έρθεις στο σπίτι μου, να μου φέρεις το κοντάρι μου». Και ο αδελφός μου, δεν ξέρω κι εγώ με ποια φώτιση, μου λέει:
     -Ανδρέα, αν τη δεις αυτή την γυναίκα θα την γνωρίσεις;
     -Τέτοια ήταν η ομορφιά της, μου απάντησε, που σε χίλιες να είναι ανάμεσα, τη γνωρίζω, τόση εντύπωση μου έκανε. Αμέσως ο αδελφός μου σηκώνεται όρθιος και μου λέει: -Έλα, πάμε μέσα στην εκκλησία.
     -Προχωρούσε αυτός μπροστά και εγώ καθόμουνα ακόμα στα κάγκελα. 
     -Τι θα κάνουμε μέσα;
     -Έλα μέσα και θα δεις τι θα κάνουμε.
     Τον ακολούθησα τότε, μπαίνουμε στην εκκλησία και με πηγαίνει μπροστά στην εικόνα της Αγίας Φωτεινής, λέγοντάς μου:
     -Για κοίταξε αυτή την εικόνα. Μοιάζει με εκείνη την γυναίκα την όμορφη που είδες στον ύπνο σου;
     Προχωρώ μπροστά για να δω από κοντά την εικόνα και μόλις πλησιάζω, μένω με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη, σηκώνω τότε τα χέρια και υποχωρώ πέντε βήματα, γιατί στην εικόνα της Αγίας Φωτεινής αναγνώρισα την ωραία γυναίκα που είδα στον ύπνο μου. Αμέσως τότε λέγω στον αδελφό μου: -Αυτή είναι η γυναίκα που είδα στον ύπνο μου.
     -Τώρα τι θέλεις; Γιατί ήρθες στα Σπάτα; Με ρωτάει ο αδελφός μου.
     -Για δουλειά, του απαντώ.
     -Γονάτισε λοιπόν χάμω και παρακάλεσε την Αγία και ότι ζητήσεις θα το έχεις. Και χωρίς να περιμένει άλλη απάντηση ο αδελφός μου, βγήκε έξω και έμεινα ολομόναχος μέσα στην εκκλησία.
      Εκείνη τη στιγμή σαν να με τραβούσε ένας μαγνήτης, γονατίζω μπροστά από την Αγία Φωτεινή και της λέγω αυτά τα λόγια:
     -Εάν είσαι εσύ η γυναίκα που είδα στον ύπνο μου, για να πιστέψω και να μην ξαναφύγω από την πίστη του Χριστού, θέλω να με βοηθήσεις να πιάσω δουλειά ή στου Ναθαναήλ ή στου Φωτεινού.
      Αυτά είπα και σηκώθηκα. Αυτό το ζήτησα από την Αγία, γιατί γνωρίζοντας ο Ναθαναήλ τις ιδέες μου, δεν με δεχότανε ποτέ στο εργοστάσιό του. Βγαίνοντας από την εκκλησία με πλημμυρισμένα από  δάκρυα τα μάτια μου, έλεγα στον αδελφό μου:
     -Τι είναι αυτό, αδελφέ μου, όπως την είδα στον ύπνο μου, έτσι είναι και η εικόνα αυτή!
     Την άλλη μέρα έμεινα αποσβολωμένος όταν έστειλε ο Δ. Ναθαναήλ και με ζήτησε να πάω να πιάσω δουλειά. Και πράγματι έπιασα εργασία και εργάζομαι μέχρι σήμερα. Από τότε πείστηκα ακράδαντα ότι η Ορθόδοξη Θρησκεία μας είναι πραγματικά αληθινή και ζωντανή. Και έγινα ένας ευλαβικός Χριστιανός, εκεί που ήμουν άπιστος και άθρησκος, πιστεύοντας στις υλιστικές θεωρίες έως τότε.
†    ―    †

ΕΝΑ  ΘΑΥΜΑ  ΣΤΑ  ΣΠΑΤΑ
ΞΑΝΑΒΡΙΣΚΕΙ  ΤΗ  ΧΑΜΕΝΗ  ΦΩΝΗ  ΤΗΣ

Με τους παραπάνω τίτλους δημοσιεύτηκε στην έγκυρη Αθηναϊκή εφημερίδα «Τα Νέα» στο φύλλο της 5ης Δεκεμβρίου παρελθόντος έτους 1947 το ακόλουθο δημοσίευμα:
     Πολλά ενδιαφέροντα πράγματα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στα Σπάτα της Αττικής. Μου τα εξιστορεί με συγκίνηση καθαρή και με θαυμάσια άρθρωση μια κοπέλα 24 χρονών, η δεσποινίς Ντίνα Μαρινοπούλου, κόρη συνταξιούχου σιδηροδρομικού, που πριν λίγες μέρες ήταν άλαλη και δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με τους οικείους της παρά μονάχα με γραπτά σημειώματα και κινήσεις των χεριών. Έχασε την φωνή της ξαφνικά, πριν λίγο καιρό, ενώ βρισκόταν στο Βοτανικό. Γλίστρησε, έπεσε, λιποθύμησε, κι όταν συνήλθε διαπίστωσε πως δεν μπορούσε να μιλήσει.
     Την συνάντησα στο σπίτι της, μια κομψή μονοκατοικία στο Νέο Φάληρο, ύστερα από μια επιστολή που ήρθε στα γραφεία μας εκ μέρους ενός τακτικού αναγνώστη μας. Στην αρχή δεν θέλει να μιλήσει, γιατί είναι ένα μοντέρνο –όπως λέει- κορίτσι, ήταν υπάλληλος σε μια εβδομαδιαία εφημερίδα των επαγγελματιών και φοβάται μήπως την κοροϊδέψουν οι φίλες της. Επεμβαίνει όμως η μητέρα της, η κ. Μαρινοπούλου, μια θεοφοβούμενη γυναίκα, που όπως βεβαιώνει, παρακολουθεί επί 12 χρόνια το κήρυγμα της κ. Ζολώτα, και η δεσποινίς πείθεται να μου διηγηθεί την ενδιαφέρουσα περιπέτειά της.
    -Ξέρετε το ερημοκλήσι «Χριστός» στα Σπάτα της Αττικής; Με ρωτάει.
      -Όχι, δυστυχώς. Δεν έτυχε ποτέ να το επισκεφτώ.
     Ούτε ακούσατε λοιπόν για τα θαύματα που γίνονται κάθε τόσο εκεί;
    -Ομολογώ πως όχι.
    -Μα προς Θεού! Επεμβαίνει η μητέρα και με κοιτάζει με κάποια δυσπιστία. Αυτά είναι πασίγνωστα. Πώς εσείς δημοσιογράφος δεν τα μάθατε; Ένα πλήθος από ασθενείς ξαναβρήκαν εκεί την υγεία τους. Έχουν κυκλοφορήσει και βιβλία γι’ αυτά τα θαύματα.
    -Ατυχώς. Δεν μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να τα διαβάσω.
    -Ούτε για την κυρία Ελένη, αυτή την άγια γυναίκα, ακούσατε;
    -Ούτε…
    -Η κυρία Ελένη, αναλαμβάνει τώρα να του εξηγήσει η δεσποινίς Μαρινοπούλου, είναι η εκκλησάρισσα. Μια πολύ ευσεβείς γυναίκα με οκτώ παιδιά. Αυτή ήταν η αφορμή ν’ ανεγερθεί η εκκλησία στη θέση «Βρύσες» των Σπάτων. Εκεί άλλοτε, πριν από το 1932, υπήρχε ένας φούρνος. Τις νύχτες όμως, η κυρά-Ελένη και άλλοι χωρικοί έβλεπαν ένα γεροντάκι να περιφέρεται και να ραντίζει τον γύρω από τον φούρνο χώρο με αγιασμό. Κανείς δεν μπόρεσε να του μιλήσει. Όταν άκουγε βήματα χανόταν κατά ένα υπερφυσικό τρόπο. Η εκκλησάρισσα, θεοφοβούμενη γυναίκα, κατάλαβε πως κάτι σοβαρό συνέβαινε. Εκμυστηρεύτηκε τις σκέψεις της σε διάφορους. Και στο μέρος εκείνο κατ’ εντολή του Κυρίου ανεγέρθηκε ο Ναός.
    -Πολλές φορές, πάντα τις νύχτες, συμπληρώνει η μητέρα, βλέπουν μέσα στο ιερό ένα μεγάλο φως που κινείται. Ο κόσμος τότε γονατίζει και προσεύχεται…
-Όταν τόσο ξαφνικά έχασα την φωνή μου, συνεχίζει η δεσποινίς Ντίνα Μαρινοπούλου, απελπίστηκα. Φανταστείτε τη θέση τη δική μου και των γονιών μου. Πήγα σε γιατρούς. Βρήκαν πως δεν είχα καμιά οργανική πάθηση. Ο λαιμός μου ήταν εντάξει. Όμως δεν μπορούσα να μιλήσω. Νόμιζα πως είχα καταπιεί την γλώσσα μου. Κάποιος γιατρός χαρακτήρισε την πάθησή μου ως «νευρική» ασθένεια. Με συνέστησε μάλιστα στους κυρίους Πατρίκιο και Γαϊτανάκι, ειδικούς γι’ αυτά τα νοσήματα. Πήγα, αλλά δεν τους βρήκα. Υπολόγιζα να τους επισκεφτώ πάλι, όταν το περασμένο Σάββατο κάποιος γνωστός μας μου συνέστησε να πάω στον Ιερό Ναό Αναστάσεως Χριστού στα Σπάτα.
«Εκεί μου είπε θα γίνεις καλά. Γίνονται πολλά θαύματα». Δεν δυσκολεύομαι να σας πω και το όνομά του. Είναι ο κύριος Ανδρέας Ζέρβας. «Άπιστος Θωμάς» πριν δέκα χρόνια. Θεοφοβούμενος και άριστος χριστιανός σήμερα, γιατί ο ίδιος είδε με τα μάτια του ένα σωρό θαύματα και με τα ίδια του τα χέρια μέσα στην εκκλησία αυτή βοήθησε να σηκωθεί μια παράλυτη κοπέλα που την είχαν μεταφέρει με φορείο και την είχαν αφήσει ολόκληρη νύχτα μπροστά στο ιερό σκεπασμένη μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Τη βοήθησε να σηκωθεί. Και από τότε η παράλυτη περπατάει σαν όλους εμάς τους άλλους ανθρώπους.
   
     -Πότε πήγατε λοιπόν στα Σπάτα;
     -Την περασμένη Κυριακή, 30 Νοεμβρίου. Με συνόδευαν τα ξαδέλφια μου, κύριος και κυρία Μπεκιάρη και ο κ. Κωνσταντόπουλος.
Πήγαμε μ’ ένα λεωφορείο. Πριν μπω στην εκκλησία «με σταύρωσε» η κυρά Ελένη. Άγια γυναίκα, πραγματικά. Αυτή κατάλαβε πως θα γίνω αμέσως καλά.
    -Πώς το κατάλαβε;
    -Από διάφορα σημάδια. Την ώρα που με σταύρωνε αισθάνθηκε ένα ρίγος. Αυτό, όπως μου είπε, ήταν ένα καλό σημάδι. Ύστερα πήγα στην εκκλησία. Με σταύρωσαν με την εικόνα της Αναλήψεως. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι περίεργο. Σαν κάποιος να μου τραβούσε τη γλώσσα μου προς τα έξω. Είχα το συναίσθημα πως θα μιλήσω. Δεν τα κατάφερα όμως. Λίγο αργότερα φύγαμε πάλι με το λεωφορείο κι επιστρέψαμε στην Αθήνα. Κατεβήκαμε στο Μοναστηράκι να βγάλουμε εισιτήριο για το Φάληρο. Στο σταθμό η ξαδέλφη μου που με έβλεπε πολύ στεναχωρημένη μου είπε: «Μη στεναχωριέσαι. Θα γίνεις καλά. Μη φοβάσαι». Και τότε εγώ μηχανικά, ασυναίσθητα, χωρίς να το καταλάβω, απάντησα: «Δεν φοβάμαι»! Παραξενεύτηκα όταν  άκουσα την ίδια μου τη φωνή. Νόμιζα ότι κάποιος άλλος είχε μιλήσει. Όταν κατάλαβα πως ήμουνα εγώ εκείνη που μιλούσε, ζαλίστηκα, ταράχτηκα, λιποθύμησα και σωριάστηκα. Αργότερα με μετέφεραν στο σπίτι. Φανταστείτε την χαρά μου όταν συνήλθα και ξανάκουσα τη φωνή μου! Μπορούσα να μιλάω πάλι! Μιλούσα όπως μιλάω σ’ εσάς τώρα. Το θαύμα είχε γίνει.
    -¨Όταν φεύγω από το σπίτι με συνοδεύει ως την εξώπορτα η κυρία Μαρινοπούλου. Είναι βαθύτατα συγκινημένη κι έχει δάκρυα στα μάτια.
    -Ο Θεός μας λυπήθηκε παιδί μου, μου λέει, κι έκανε το θαύμα του. Γράψτε για το «Χριστό» να το μάθει όσο το δυνατόν περισσότερος κόσμος. Πρέπει να ξαναγίνουμε αληθινοί χριστιανοί. Ένα θαύμα μπορεί να μας σώσει όλους. Καθώς κατηφορίζω προς το σταθμό του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου σκέφτομαι τα τελευταία λόγια της γυναίκας. Ένα θαύμα φυσικά μπορεί να σώσει τον τόπο μας. Και είναι μια ελπίδα εκεί κάτω, στα Σπάτα. «Όσοι πιστοί προσέλθετε…».

†    ―    †

Ο  ΕΛΕΩΝ  ΤΟΝ  ΠΛΗΣΙΟΝ  ΤΟΥ
ΕΛΕΗΘΗΣΕΤΑΙ  ΚΑΙ  ΠΑΡ’  ΕΜΟΥ!

Στην εκκλησία της Αναστάσεως Σπάτων κάναμε, λέει η κ. Ειρήνη Δικονίμου (οδός Νεομόντου 20, Αθήναι) μαζί με άλλες γυναίκες, αγρυπνία, στις 5 Μαΐου 1938. το βράδυ χωριστήκαμε οι πέντε γυναίκες σε διάφορα μέρη της εκκλησίας και με ευλάβεια προσευχόμασταν. Εγώ βρισκόμουν μπροστά στο Δεσποτικό Θρόνο κι εκεί έκανα την προσευχή μου και ξαφνικά βλέπω την εικόνα του Δεσποτικού να ζωντανεύει. Ταράχτηκα και εκστατική όπως ήμουνα, βλέπω σε λίγο να σχηματίζεται ένα παιδάκι με ολόασπρα φορέματα και να γυρίζει τρεις φορές το Δεσποτικό και έπειτα να εξαφανίζεται. Η συγκίνηση και η ταραχή μου ήταν απερίγραπτη και ένιωσα τα μάτια μου να πλημμυρίζουν δάκρυα ευγνωμοσύνης στη Θεία δύναμη που εκδηλώθηκε έτσι σε μένα την αμαρτωλή και ανάξια δούλη του Θεού.
    Την ίδια νύχτα, άλλη γυναίκα αξιώθηκε να δει άλλο θαύμα.
    Η κυρία Ευαγγελία Βρανά, (Νέος Κόσμος, οδός Ευθόδου, σπίτι Λαΐου, Αθήναι) αφηγείται: -Την ώρα που προσευχόμουνα μπροστά στην Ωραία Πύλη, είδα τον Κύριο μέσα στο Ιερό να γυρίζει τρεις φορές στην Αγία Τράπεζα, ολόσωμο, με ολόασπρα καθαρότατα ρούχα και μετά να στέκεται στην Ωραία Πύλη, να σηκώνει τα χέρια Του και να ευλογεί πάνω και κάτω λέγοντας: «Όποιος ελεεί τον πλησίον του τον ίδιο ελεώ και εγώ». Με αυτά τα λόγια η οπτασία χάθηκε.
†    ―    †

ΠΩΣ  ΕΓΙΝΕ  ΚΑΛΑ  ΑΠΟ  ΧΡΟΝΙΑ  ΑΣΘΕΝΕΙΑ
Ο  κ.  ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Από το Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, ο κύριος Γεώργιος Νικολαίδης, κάτοικος Αθηνών, οδός Μομφεράτου 8, αφηγείται: -Η μητέρα μου είδε το ακόλουθο όνειρο: ¨Ήταν γλυκοχαράματα και βρέθηκε στον κήπο του σπιτιού μας και έκλαιγε και θρηνούσε για μένα, που είχα πάθει χρόνια βαριά αρρώστια, όταν βλέπει μια γυναίκα (Αγία θα ήταν) με λαμπερό άσπρο φόρεμα και με φωτοστέφανο στο κεφάλι της. Αφού προχώρησε κοντά στη μητέρα μου, μ’ ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη και καλοσύνη, της λέγει: «Εσύ, κυρούλα μου, να μην κλαις πια για το παιδί σου, το γιάτρεψε ο Κύριος. Είδε την πίστη σου και το παιδί σου έγινε καλά. Μέσα σε τρεις μέρες θα είναι τελείως καλά». Ύστερα, ενώ έφευγε, γύρισε τρεις φορές  το ωραίο πρόσωπό της προς τη μητέρα μου και χάθηκε.
    Το πρωί η μάνα μου, μου διηγήθηκε το όνειρό της και έτρεμε ακόμα. Εγώ φυσικά το άκουσα με μεγάλη χαρά και συγκίνηση, την ίδια μέρα, μετά το όνειρο, έπαθα κρίση πολύ μεγάλη, άρχισα να χτυπιέμαι, να κλαίω και να δέρνομαι μόνος μου και γενικά είχα γίνει έξω φρενών. Στις 4 Αυγούστου του 1937 γίνεται το θαύμα του Κυρίου. Την στιγμή που δερνόμουν και χτυπούσα του εαυτό μου ενώ παράλληλα παρακαλούσα θερμά να με βοηθήσει ο Θεός και να με σώσει τον αμαρτωλό, θα είχαν περάσει είκοσι λεπτά της ώρας, όπου ακούω μια δυνατή αλλά και γλυκιά φωνή σαν να με προστάζει και μου λέει: «Γιώργο, σήκω πάνω, έγινες καλά». Με τα λόγια αυτά ξαναήλθα στις αισθήσεις μου και γυρίζω με μια απότομη κίνηση το κεφάλι μου για να καταλάβω από που έρχεται αυτή η φωνή. Δεν περάσανε λίγα λεπτά και ακούω πάλι: «Γιώργο, σήκω, σήκω επάνω, είσαι καλά». Ακούω και Τρίτη φορά: «Γιώργο, γρήγορα είπα, σήκω επάνω. Έγινες καλά. Είσαι καλά». 
    Και τότε έγινε το Θείο θαύμα.
    Η κρίση που με βαστούσε και η ταραχή έπαψε αμέσως! Αισθάνθηκα τον εαυτό μου τελείως καλά και άρχισα να φωνάζω: «Δόξα σοι ο Θεός! Δόξα σοι ο Θεός! Που ευσπλαχνίστηκες και έσωσες εμένα τον αμαρτωλό και ανάξιο δούλο σου».
    Επί δέκα λεπτά σαν να ακουγόταν η Θεϊκή αυτή φωνή και εγώ απαντούσα. –Ναι, είμαι καλά, έγινα καλά. Ευχαριστώ! Με πήραν η μητέρα μου και οι δυό αδελφές μου τελείως καλά και όλοι μαζί δοξάσαμε και ευλογήσαμε το Θεό. Δεν έπαψα και ούτε θα πάψω να λέγω σ’ όλο τον κόσμο ότι η Θεία δύναμη με γιάτρεψε με το μεγάλο αυτό θαύμα. Πρέπει να σημειώσω ότι πριν από το θαύμα, η μάνα μου είχε παράκληση για μένα στην Ανάσταση του Χριστού την θαυματουργή.

†    ―    †

ΤΟ  ΘΑΥΜΑ  ΤΗΣ  ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ  ΕΝΟΣ
ΚΩΦΑΛΑΛΟΥ  ΠΑΙΔΙΟΥ
Στο σπίτι της Ελένης πήγε μια μέρα ένα μικρό παιδί 6 χρονών, τότε άλαλο και κωφό, από το χωριό Σπάτα, ο Πέτρος Βασιλείου Τσέπας. Το παιδί αφού βγήκε από το δωμάτιο της Ελένης, που τότε ήταν στο προαύλιο της εκκλησίας, προχώρησε προς τον φούρνο, στο σημείο που φανερώθηκε η χάρη του Κυρίου, και περιεργαζόταν την τοποθεσία παρατηρώντας εάν άναβε το κανδήλι. Ξαφνικά βλέπει να παρουσιάζεται ένας γέροντας με πέδιλα και πτωχική περιβολή, ο οποίος του είπε:
    «Παιδάκι μου, άναψε την καντήλα μου και εγώ θα σε κάνω καλά και θα πας και στο σχολείο».
    Μόλις αντίκρισε τον γέροντα το παιδί και άκουσε τα όσα του είπε, φοβήθηκε και αμέσως έτρεξε να φωνάξει την μικρή κόρη της γειτόνισσας, την Κατίνα Μαγγανά, στην οποία είπε με μεγάλη του ταραχή:
    -Πάμε να δούμε το Χριστό όπου τον είδα και μου μίλησε και μου είπε, έλα παιδί μου, άναψε την καντήλα μου και εγώ θα σε κάνω καλά.
    Ήλθαν μαζί εκεί που είδε ο μικρός Πέτρος τον γέροντα, αλλά δεν υπήρχε κανείς μέσα. Αμέσως έτρεξε στην μητέρα του και άρχισε να διηγείται τι συνέβη. Όταν η μητέρα του μικρού είδε για πρώτη φορά το μικρό της παιδί Πέτρο να μιλά, έμεινε έκπληκτη, γιατί ήταν από γενετής κωφάλαλο.
   Από την στιγμή που αντίκρισε τον Σωτήρα Χριστό υπό την μορφή γέροντα, άρχισε να μιλάει και μετά από ένα χρόνο μπόρεσε να πάει και στο σχολείο, όπως του είπε ο Θεάνθρωπος.
    Το μεγάλο αυτό θαύμα διαδόθηκε πολύ γρήγορα σ’ όλο το χωριό και όλοι πήγαιναν στην τοποθεσία που φανερώθηκε η Θεία Χάρη και έκαναν προσευχές και ευχαριστίες προς τον Θεό.

†    ―    †

ΠΗΓΕ  ΣΤΟΝ  ΑΛΛΟ  ΚΟΣΜΟ  ΚΑΙ  ΓΥΡΙΣΕ  ΠΙΣΩ

    Η κ. Σαπφώ Αγγελίδη, που μένει στην οικία της οδού Ναβαρίνου 10 στην Αθήνα, έντεκα μέρες μετά την γέννηση του ενός παιδιού της, είδε το ακόλουθο όραμα σε όνειρο, όπως η ίδια αφηγείται:
    - Μια σεβάσμια μορφή μαυροφορεμένης γυναίκας παρουσιάστηκε στον ύπνο μου και μου είπε πως το αγοράκι μου θα αρρωστήσει τόσο, που η ζωή του θα κρέμεται από μια κλωστή, αλλά σιγά – σιγά θα γίνει καλά. Ξύπνησα και αφηγούμενη στον άνδρα μου το όνειρό μου, τον ρωτούσα: «Τι θα πάθει άραγε το παιδί»; Ο σύζυγός μου απάντησε, για να με καθησυχάσει: «¨Ότι είναι  γραμμένο θα γίνει». Το παιδάκι, το οποίο όταν γεννήθηκε ήταν πολύ καλά, βάρους 4μιση κιλά, μια εβδομάδα μετά το όνειρό μου αρρώστησε πραγματικά από ακατάπαυστο εμετό. Πέντε γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν την αρρώστια του και γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να το βαπτίσουμε γρήγορα, γιατί το παιδί είχε γίνει πια σκελετός. Φοβούμενοι πως ήταν τα τελευταία της ζωής του παιδιού, κάναμε ευχέλαιο. Μετά την βάπτιση όμως χειροτέρεψε η κατάστασή του και φαινόταν ότι πλησίαζε πλέον το μοιραίο. Ο σύζυγός μου τότε πήγε στην εκκλησία της Αναστάσεως στα Σπάτα, βρήκε την θεοφοβούμενη Ελένη και της ζήτησε να κάνει παράκληση προς τον Κύριο για να δει εάν το παιδί θα ζούσε ή θα πέθαινε. Το ίδιο βράδυ η Ελένη έκανε την παράκληση και ο Κύριος εμφανίστηκε στον ύπνο της και της είπε:
«Ελένη, το παιδί δεν θα πεθάνει, αλλά όλα αυτά είναι δοκιμασίες, να πεις δε στον κουμπάρο σου τον Δημητρό, μέσα σ’ αυτή τη σαρακοστή των Χριστουγέννων να κάνει μια λειτουργία, εις απόδειξη της πίστεώς του».  Η δούλη του Θεού Ελένη, ρώτησε τον Πολυεύσπλαχνο Σωτήρα: «Που να γίνει η λειτουργία, Κύριε, εδώ στην Αθήνα;» Και ο Κύριος απάντησε: «Παντού βρίσκομαι και η λειτουργία όπου και να γίνει το ίδιο είναι, αλλά ας γίνει εδώ, στην εκκλησία της Αναστάσεώς μου και το παιδί πάντως θα γίνει καλά».
    Η Ελένη όταν ξύπνησε σκέφτηκε, επειδή ήταν βαρυχειμωνιά, ότι το παιδί θα κινδύνευε να μεταφερθεί στο χωριό. Το άλλο βράδυ όμως βλέπει πάλι στον ύπνο της τον Κύριο να της λέει: «Ελένη, από τα χέρια μου είναι εξαρτημένα τα πάντα, τι σκέπτεσαι; Την ημέρα που θα φέρουν το παιδί, θα είναι τέτοια η καλοκαιρία, που δεν την περιμένει κανείς». Η Ελένη αμέσως μας έστειλε γράμμα και εξιστορούσε όλα αυτά. Όταν πήραμε το γράμμα, δοκιμάσαμε μεγάλη συγκίνηση όλη η οικογένεια και με δάκρυα στα μάτια όλοι δοξολογούσαμε τον Κύριο για τη θεία συγκατάβασή Του σ’ εμάς τους αμαρτωλούς. Αμέσως τότε ειδοποιήσαμε τον παπά στα Σπάτα για την λειτουργία της Πέμπτης. Έγινε και η λειτουργία και η Ελένη σταύρωσε το παιδί και ο παπάς έβαλε τα ιερά του επάνω στο μικρό και το κοινώνησε τα ¨Άχραντα Μυστήρια, αφού πρώτα σταύρωσε το παιδί με τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού. Λοιπόν, από την μέρα εκείνη έγινε το παιδάκι μας καλά, για Δόξα του Κυρίου. Όπως είχε πει ο Κύριος, ότι όλα είναι στο χέρι Του, την ημέρα εκείνη που πήγαμε (ήταν μέσα Δεκεμβρίου) όχι μόνο έκανε καλοσύνη, αλλά και πολλή ζέστη σαν να ήταν Ιούλιος μήνας και αυτό για να φανεί ακόμα μια φορά η Παντοδυναμία του Κυρίου.
    Σε λίγες μέρες και πάλι ο Κύριος των δυνάμεων  μίλησε στη δούλη του Ελένη και της είπε:
    -«Πρέπει να γνωρίζετε ότι το παιδί αυτό έφυγε στον άλλο κόσμο και πάλι εγώ λυπήθηκα την οικογένεια και το κράτησα στη ζωή, γιατί δεν ήθελα να το πάρω από την αγκαλιά της». Και συνεχίζει ο Κύριος στην Ελένη: «Το όνειρο που είδε η Σαπφώ, η μητέρα του παιδιού που σώθηκε, ότι της είπε η Μαυροφόρα (η Θεοτόκος) ότι θα φθάσει η ζωή του παιδιού σε μια κλωστή και έπειτα θα γίνει καλά σιγά – σιγά, ιδού ότι βγήκε αληθινό και πραγματικό σε όλες του τις λεπτομέρειες».
    Ολόκληρη η οικογένειά μας, αναγνωρίζει την Θεία Δύναμη και καλοσύνη και δεν παύει να δοξάζει τον Ύψιστο.
†    ―    †

ΠΩΣ  ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΚΕ  Ο  κ. ΜΑΝΤΙΝΑΚΗΣ
ΚΑΤΟΙΚΟΣ  ΨΥΡΡΗ

    Αυτά αφηγείται ο Κωνσταντίνος Μαντινάκης, κάτοικος Αθήνας, οδός Ωγύγου 9 (στου Ψυρρή).
    -Υπέφερα από ένα όγκο κοντά στο μάτι μου και κατά τη γνώμη των γιατρών έπρεπε να κάνω εγχείρηση, αλλά επειδή ήταν επικίνδυνο το μέρος, δεν ήθελα. Η γυναίκα μου με έταξε στην εκκλησία της Αναστάσεως στα Σπάτα και έλεγε ότι μονάχα ο Θεός έχει τη δύναμη να με γιατρέψει. Στην προσευχή της παρακαλούσε τον Κύριο και έλεγε: «Χριστέ μου, κάνε τον άνδρα μου καλά και να έλθω στην Αγία Σου Εκκλησία με τα πόδια». Πραγματικά, ήπια αγιασμό από την Αγία Πέτρα του Χριστού και μετά τρεις μέρες ο όγκος διαλύθηκε και οι γιατροί δεν το πίστευαν πως δεν είχα κάνει εγχείρηση. Μετά το θαύμα πήγα με την γυναίκα μου στην εκκλησία της Αναστάσεως στα Σπάτα, εκείνη ξυπόλητη, όπως είχε τάξει και κάναμε δοξολογία προς τον Σωτήρα, τον οποίο θα δοξάζω και θα υμνώ σ’ όλη μου την ζωή.
†    ―    †

ΤΙ  ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ  Η  ΖΩΗ  ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
ΓΙΑ  ΝΑ  ΤΟ  ΜΑΘΟΥΝ  ΟΛΟΙ

    Λέγομαι Αγγελική Χριστοπούλου, κάτοικος Αθηνών, οδός Καραϊσκάκη 30, και θέλω να πω για να το μάθουν όλοι το θαύμα του Κυρίου σ’ εμένα την ανάξια δούλη Του. Είδα στον ύπνο μου ένα ωραιότατο γέροντα ντυμένο με γκρίζα ρούχα, καθισμένο κοντά σ’ ένα δέντρο παλιό, του οποίου ο κορμός και οι ρίζες έμοιαζαν με πολύ μεγάλο γεφύρι. Μου λέει τότε ο γέροντας: «Γνωρίζεις, Αγγελική, αυτό το δέντρο;» «¨Όχι, γέροντά μου», του είπα. «Πως δεν το γνωρίζεις, δεν το βάζει ο νους σου, δεν είναι το δέντρο αυτό του Ιακώβ; Δεν το είδες εσύ;
    Και αφού έβλεπα αυτά, διακρίνω αριστερά μου μια μαυροφόρα μ’ ένα παιδάκι, το οποίο αμέσως χάθηκε από την αγκαλιά της. Σε μια στιγμή μου λέει ο γέροντας να ανέβω στο δέντρο εκείνο. «Δεν μπορώ είπα, γιατί είναι ψηλό», αλλά ενώ έλεγα αυτά βρέθηκα στην κορυφή του δέντρου σαν να είχα φτερά, και δίπλα μου, η μαυροφόρα. Σε λίγο η κορυφή χαμήλωσε και μας άφησε στη γη και τις δυό. Τότε εγώ άρχισα να κάνω μετάνοιες και με την πρώτη μετάνοια παρατήρησα ένα κομμάτι εφημερίδα σκεπασμένο με μια πέτρα. Αφού έβγαλα την πέτρα και δίπλωσα την εφημερίδα, είδα από πίσω την εικόνα του Χριστού στεφανωμένη με τριαντάφυλλα και στην άκρη ήταν ένα ασημένιο σπιτάκι και στην άλλη ένας ασημένιος Σταυρός και αφού την φίλησα την έβαλα στην τσάντα μου για να την κορνιζάρω.
    Ήταν βράδυ, παραμονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και ήλθα στα Σπάτα στην Εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού για να αγρυπνήσω και να κοινωνήσω τα άχραντα μυστήρια. Την ώρα που προσευχόμουν νόμιζα πως η εικόνα του Χριστού απέναντί μου, έκανε μια στροφή, τόσο φυσική, σαν να ήταν ζωντανό σώμα. Εν τω μεταξύ, είδα στην εικόνα μια σάρκινη παλάμη που έπαιρνε διάφορα σχέδια, ώστε δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τι ήταν. Μετά από ένα τέταρτο της ώρας, ξαναπήρε η εικόνα την κανονική της μορφή. Έκανα το σταυρό μου και κοίταξα προς τον Παντοκράτορα, όπου το πρόσωπο του Χριστού, έλαμπε σαν χρυσάφι και η δεξιά πλευρά του και η αριστερή έμοιαζαν με σύννεφα. Λέω στη συντροφιά μου εάν βλέπει τίποτα και μου είπε κι αυτή τα ίδια.
    Για ποιο λόγο όμως συνέβαιναν αυτά, δεν ξέρω. Την άλλη μέρα, γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο παπάς δεν λειτούργησε στην εκκλησία της Αναστάσεως και ήρθαμε στην εκκλησία της Κοιμήσεως και μεταλάβαμε με όλο το άλλο εκκλησίασμα.
    Στις 13 Σεπτεμβρίου 1937, ξαναήλθα στα Σπάτα για να κοινωνήσω στην εκκλησία της Αναστάσεως και κάθισα να φάω στο σπίτι της Ελένης. Άλλοι όμως προσκυνητές πήραν την Ελένη μαζί τους και πήγαν στην εκκλησία, ενώ εγώ έμεινα μοναχή μου καθισμένη στο τζάκι του σπιτιού, όπου σε μια στιγμή άκουσα χτυπήματα σαν βροχή στο τζάμι του παραθύρου και είδα ένα κεφάλι χωρίς σώμα που έμοιαζε στην Ελένη. Αλλά εκείνη ήταν στην εκκλησία. Αμέσως συνήλθα και κατάλαβα ότι ήταν η Θεία χάρη, την οποία αξιώθηκα να δω ακόμα και έξω από την εκκλησία και τότε γονάτισα και έκανα θερμή προσευχή με δάκρυα, ευχαριστώντας τον Κύριο που αξίωσε να εμφανιστεί μπροστά μου.
†    ―    †

ΠΩΣ  ΜΙΑ  ΤΟΥΡΚΑΛΑ  ΕΓΙΝΕ  ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ

    Μια μέρα, ενώ χτιζόταν η εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού, επισκέφτηκε την Ελένη μια ηλικιωμένη γυναίκα και της έδωσε μια χάρτινη εικόνα της Αναστάσεως, η οποία ήταν μηδαμινής χρηματικής αξίας, και της ζήτησε να παρακαλέσει τον Κύριο να τη βοηθήσει να της βάλει στεφάνι αυτός με τον οποίο συζεί παράνομα. Η Ελένη συγκινήθηκε από τα δάκρυα και τις παρακλήσεις της άγνωστης και της έδωσε υπόσχεση πως θα έκανε ότι μπορούσε.
    Πραγματικά, όταν έφυγε η άγνωστη ηλικιωμένη, η Ελένη προσευχήθηκε στον Κύριο και την νύχτα είδε στον ύπνο της το όραμά του.
    -«Αυτή η γυναίκα, παιδί μου Ελένη –της είπε ο Κύριος- είναι Τουρκάλα. Να της πεις να παύσει να κάνει το κακό που έκανε και εξακολουθεί να κάνει μέχρι και σήμερον και τότε θα έχει την βοήθειά μου και θα την στεφανώσει ο άνδρας της. Την εικόνα την χάρτινη που σου έδωσε θέλω να την τοποθετήσετε εις το μαρμάρινο εικονοστάσι, το οποίο θα κατασκευασθεί εις τον Ναόν μου».
    Ύστερα από 20 μέρες, ξαναπαρουσιάστηκε η Τουρκάλα στην Ελένη, η οποία της μετέδωσε τα λόγια του Κυρίου. Τότε η άγνωστη γυναίκα εξομολογήθηκε ότι έκανε την αμαρτία, για την οποία μίλησε ο Χριστός, γιατί ήταν «χαρτορίχτρα». Δηλαδή έριχνε τα χαρτιά στους αφελείς, λέγοντάς τους τάχα το μέλλον τους και τους έπαιρνε χρήματα.
Μετά αρκετό καιρό, πήγε πάλι στην Ελένη και την πληροφόρησε πως έπαψε να είναι «χαρτορίχτρα», βαπτίστηκε στο Χριστό και τότε ο άνδρας της την στεφάνωσε.

†    ―    †


ΕΝΑΣ ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ  ΠΟΥ  ΕΓΙΝΕ
ΝΕΟΣ  ΛΑΖΑΡΟΣ
    Ένας σεβάσμιος εφημέριος του Ναού του Αγίου Γεωργίου στο Δουργούτη, ο Κωνσταντίνος Φωτίου, 70 χρονών, αρρώστησε βαριά από ανεμοπύρωμα (ερυσίπελας), από το οποίο έπαθε επιπλοκή καρδιακή που έφτασε σε πλήρη εξάντληση. Τον μεταφέρανε στο Νοσοκομείο Αγίας Βαρβάρας, οι γιατροί του οποίου εξαντλήσανε όλα τα μέσα της επιστήμης χωρίς δυστυχώς να φέρουν κανένα αποτέλεσμα και να πετύχουν μια βελτίωση του γέρου εφημέριου. Έτσι το μοιραίο πλησίαζε και είχαν συγκεντρωθεί τα κορίτσια του γύρω από το προσκέφαλό του, παρακολουθώντας με σπαραγμό το μαρτύριο του πατέρα τους, χωρίς να μπορούν να δώσουν καμιά βοήθεια.
    Την Καθαρή Δευτέρα, η κατάσταση του αρρώστου επιδεινώθηκε και ο θεράπων Ιατρός Κωνσταντίνος Σαλάμης, διάγνωσε τον επιθανάτιο ρόγχο, διέταξε να σκεπάσουν με ένα σεντόνι τον ψυχορραγούντα.
    -Καλύτερα να αναπαυθεί από τα βάσανα, είπε.
    Πρέπει να σημειωθεί πως ο ετοιμοθάνατος Ιερέας, είχε παρουσιάσει τώρα και ένα όγκο μεγάλης διαμέτρου στην ωμοπλάτη.
    Ενώ λοιπόν περίμεναν όλοι τον θάνατό του, ένα από τα παιδιά του, η Ελπινίκη, έφτασε στο Νοσοκομείο με κάτι ενέσεις, αλλά ο γιατρός και οι νοσοκόμοι της είπαν ότι ο πατέρας της ψυχορραγούσε πια και οι ενέσεις ήταν περιττές.
    Σε λίγο έφτασε και μια άλλη κόρη του γέρου εφημέριου, παντρεμένη, που την έλεγαν Χαρίκλεια, που αφού βρήκε τον πατέρα της ετοιμοθάνατο γύρισε σπίτι της με σπαραγμό ψυχής, για να ετοιμάσει το δωμάτιο που θα έβαζαν το νεκρό. Την στιγμή όμως που εκτελούσε το θλιβερό εκείνο έργο της, μια θεϊκή σκέψη άστραψε στο μυαλό της. Να πάει στα Σπάτα στην εκκλησία Αναστάσεως Χριστού, που είχε ακούσει για τα θαύματά της και να ζητήσει από τον Κύριο να σώσει τον πατέρα της. Ο άνδρας της, ένας καλός και θεοφοβούμενος άνθρωπος, μόλις του ανακοίνωσε η Χαρίκλεια τη σκέψη της, όχι μόνο συμφώνησε, αλλά και παρότρυνε την γυναίκα του να πάει λέγοντάς της ότι θα ήταν «Θεία έμπνευση».
    Η Χαρίκλεια πήρε μαζί της λίγο λάδι και πήγε στα Σπάτα. Μόλις μπήκε στην εκκλησία, άναψε το καντήλι του Χριστού και γονάτισε στην εικόνα της Αναστάσεως, παρακαλώντας με θερμά λόγια και δάκρυα στα μάτια, να σώσει ο Σωτήρας τον πατέρα της. Από την εκκλησία η Χαρίκλεια πήγε στην Ελένη και την παρακάλεσε να πάει μαζί της στο Νοσοκομείο της Αγίας Βαρβάρας. Η αγαθή εκκλησάρισσα όμως είχε άρρωστο το παιδί της και δεν μπορούσε να της κάνει την χάρη. Της ζήτησε όμως το μαντήλι της, το οποίο σταύρωσε με τον Τίμιο Σταυρό και γονατισμένη μπροστά στον Χριστό ζήτησε να στείλει την ιαματική του Χάρη στον ψυχορραγούντα εφημέριο. Έδωσε κατόπιν το μαντήλι στην Χαρίκλεια και της είπε να πάει σπίτι της να το θυμιατίσει και να το βάλει πάνω στην καρδιά του πατέρα της. Πράγματι, εκείνη έκανε όπως της είπε η Ελένη, πιστεύοντας στη βοήθεια της Θείας δύναμης. Μόλις λοιπόν πήγε στο νοσοκομείο και τοποθέτησε το μαντήλι στο στήθος του πατέρα της, όλοι που ήταν στο θάλαμο, είδαν με έκπληξη και μάλιστα θαμπώθηκαν από το γεγονός που είδαν τον εφημέριο να συνέρχεται αργά – αργά και ύστερα να τραβάει το σεντόνι που τον είχαν σκεπάσει. Η μορφή του τώρα ήταν γαλήνια και σε λίγα λεπτά άρχισε να μιλάει στα κορίτσια του. Η νοσοκόμα που είχε μείνει εκστατική με όσα συνέβαιναν, κάλεσε τον θεράποντα ιατρό κ. Κωνσταντίνο Σαλάμη, ο οποίος έτρεξε στο κρεβάτι του ιερέα και βλέποντάς τον έμεινε χωρίς να προφέρει λέξη. Ο εφημέριος αντιλήφθηκε την απορία του γιατρού και του λέει (χωρίς να γνωρίζει τίποτα από όσα είχαν διατρέξει):
    -Γιατρέ μου τι απορείς, αφού έχω εδώ την Θεία Χάρη. (και έδειξε με το χέρι του το μέρος της καρδιάς, όπου είχε τοποθετήσει η Χαρίκλεια το μαντήλι).
    Έτσι το θαύμα συντελέστηκε και ο γέρος Φωτίου γύρισε στο σπίτι του, ξαναζωντανεμένος!
†    ―    †

Η  ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ  ΔΥΝΑΜΗ  ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ  ΠΕΤΡΑΣ

    Ο Αθανάσιος Λαμπίδης από την Αθήνα, που είχε εργοστάσιο πλυντηρίων στον συνοικισμό Λιοσίων, υπέφερε από αγιάτρευτη αρρώστια και οι γιατροί τον είχαν απελπίσει. Είχε διαβάσει με την αδελφή του το βιβλίο με τα θαύματα του Κυρίου και αποφάσισαν να στείλουν μια γνωστή τους στη θαυματουργό εκκλησία της Αναστάσεως του Σωτήρος Χριστού να κάνει μια παράκληση.
    Πραγματικά, η γυναίκα εκείνη πήγε στα Σπάτα, έκανε την παράκληση και γυρίζοντας έφερε ένα κομματάκι της Αγίας Πέτρας που της έδωσε η Ελένη και της είπε ότι ο άρρωστος θα γίνει καλά, αρκεί να πιστεύει στον Κύριο και να ελπίζει. Την πέτρα αυτή η αδελφή του Λαμπίδη την έβαλε στο νερό και από τον αγιασμό αυτό έδωσε και ήπιε ο άρρωστος, ο οποίος από τότε άρχισε να ανακτά την υγεία του και στο τέλος θεραπεύτηκε.
    Σε λίγες μέρες πήγαν στα Σπάτα τα δύο αδέλφια και αγρύπνησαν στην εκκλησία και προσευχήθηκαν με πίστη στον Κύριο, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Θεό για την σωτηρία του.
    -Ομολογώ, είπε ο ίδιος, ότι νεκρός ήμουν και αναστήθηκα και οι γιατροί που με κοίταζαν και οι γνωστοί μου με φωνάζουν Λάζαρο!


†    ―    †

Η  ΚΟΡΗ  ΜΕ  ΤΑ  ΧΕΛΩΝΙΑ

    Η Αθηνά, κόρη της Σοφίας Μοσκαλή, από το χωριό Σπάτα, υπέφερε στο λαιμό από θηλυκά χελώνια και δύο εγχειρήσεις στην Αθήνα στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», σε τίποτα δεν την ωφέλησαν. Μια φίλη της Σοφίας είπε σ’ αυτήν να μαυροφορέσει την κόρη της και να την αφιερώσει στην εκκλησία της Αναστάσεως. Πραγματικά, την άλλη μέρα ήρθε με την κόρη της στην εκκλησία με μαύρα φορέματα, όπου την άλειψαν με λάδι από το καντήλι του Χριστού. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε στην εκκλησία μεγάλη βροντή και φάνηκε μια λάμψη σαν αστραπή. Η κόρη έγινε αμέσως καλά και έμεινε με τα μαύρα για ένα χρόνο και οι γονείς της με δάκρυα στα μάτια, δόξαζαν τον Κύριο.
†    ―    †

ΤΟ  ΟΡΑΜΑ  ΤΟΥ  ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ
ΤΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

    Ο εργολάβος της εκκλησίας – από το Κορωπί- είδε το εξής θαύμα στον ύπνο του, το οποίο και σήμερα ακόμα το διηγείται παντού.
    Μια νύχτα είδε στον ύπνο του ένα ψηλό και ξανθό άνθρωπο. Του μίλησε για ένα λάθος που έγινε στην κορνίζα του τέμπλου. Ο εργολάβος ταράχτηκε στον ύπνο του. Και έτσι ταραγμένος είπε στον ψηλό εκείνο τον ξανθό. «Που είναι το λάθος;» τότε ο άγνωστος εκείνος του είπε. «¨Έλα να σου το δείξω!» Και αφού τον πήρε μαζί του τον πήγε στην εκκλησία, όπου του έδειξε το λάθος και του είπε να το διορθώσει. Αυτό του το επανέλαβε τρείς φορές. Ταράχτηκε ο εργολάβος από το όνειρο και ξύπνησε, αλλά δεν μπόρεσε να ξανακοιμηθεί εκείνη τη νύχτα. Το πρωί παίρνει τον αδελφό του και πηγαίνει στην εκκλησία για να δει το μέρος εκείνο που του έδειξε ο ψηλός και ξανθός εκείνος άνθρωπος. Πραγματικά είδε ότι η κορνίζα «σκέβρωσε» κατά 10 πόντους, όπως του είχε πει ο άνθρωπος στο όνειρό του. Αμέσως ήθελε να επιδιορθώσει το λάθος εκείνο, αλλά τον εμπόδισε ο αδελφός του, λέγοντάς του: «Τι θέλεις τώρα; Ν’ ανοίξουμε καινούριες δουλειές πάλι; Άφησέ την όπως είναι». Ο εργολάβος όμως διηγήθηκε τότε το όνειρο που είδε την νύχτα εκείνη και έτσι συγκατατέθηκε και ο αδερφός του και επιδιορθώσανε την σκεβρωμένη κορνίζα. Έμειναν έκπληκτοι και οι δυό για την Θεία αυτή επέμβαση.
†    ―    †

†    ―    †


ΜΙΑ  ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΗ  ΓΥΝΑΙΚΑ
ΠΟΥ  ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΚΕ

    Το βράδυ της 1ης Ιουλίου 1937 πολλοί προσκυνητές πήγαν στην εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού για αγρυπνία. Μαζί με όλους ήταν και η Αρτεμισία, γυναίκα δαιμονισμένη από τον συνοικισμό Ποδονίφτη της Αθήνας, η οποία στην κατάσταση που ήταν δημιουργούσε διαρκώς στην εκκλησία ανησυχία.
    Τα μεσάνυχτα κάτι σαν σεισμός τάραξε την προσευχή εκείνων που αγρυπνούσαν. Οι πόρτες και τα παράθυρα έτριζαν, τα καντήλια κουνιόντουσαν για ένα τέταρτο της ώρας και η κυρία είσοδος άνοιξε με φοβερό πάταγο και η σκαλωσιά που ήταν για την αγιογράφηση του Παντοκράτορα φαινόταν ότι θα πέσει από τον σεισμό.
    Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά όταν φάνηκε να μπαίνει μια σκιά μέσα στην εκκλησία, να ανεβαίνει από δεξιά προς τον γυναικωνίτη και να κατεβαίνει. Τότε πηγαίνει η Ελένη προς την σκιά και κάνει τον Σταυρό της. Η σκιά μπαίνει στο Ιερό, στο οποίο έλαμπε ένα μεγάλο φώς. Εν τω μεταξύ, η δαιμονισμένη άρχισε να φωνάζει και να δείχνει τον Κύριο μαζί με τους Αγγέλους του, λέγοντας ότι βρισκόταν εκεί και ο Άγιος Διονύσιος ο Αεροπαγίτης και ανάμεσα σε όλους και η Παναγία, η οποία μιλούσε προς τον Χριστό: «Υιέ μου, συγχώρησέ την!» Από την ώρα εκείνη η Αρτεμισία έγινε καλά και ποτέ έως σήμερα δεν την πείραξαν τα δαιμόνια. Κάθε μέρα η γυναίκα αυτή ψέλνει αίνους προς τον Θεό.
†    ―    †


ΤΟ  ΠΑΘΗΜΑ  ΕΝΟΣ  ΑΠΙΣΤΟΥ

     Ο Ανδρέας Ιωάννου Βλάχος, από τον Πειραιά, ένα βράδυ, πήρε ένα βιβλίο που έγραφε για τα θαύματα του Κυρίου, να το διαβάσει με την γυναίκα του. Σε μια στιγμή είπε στη γυναίκα του: «Μπορεί ο Κύριος να φανερώνεται σε μας τους αμαρτωλούς;» Αμφιβάλλανε και οι δυό. Αλλά τη στιγμή εκείνη ο Ανδρέας άρχισε να φωνάζει ότι δεν βλέπει, γιατί έχασε ξαφνικά το φως του. Και άρχισε να κλαίει γοερά. Τον πήρε η γυναίκα του κατατρομαγμένη από το χέρι, τον πήγε στο εικονοστάσι και εκεί γονάτισαν μαζί και άρχισαν τις παρακλήσεις στον Κύριο, που κράτησαν για τρείς ώρες περίπου, έως ότου ξαναβρήκε ο Βλάχος το φώς του.
    Το ίδιο βράδυ ο Ανδρέας είδε –όπως αφηγήθηκε ο ίδιος- στον ύπνο του έναν ψηλό και ξανθό άνδρα να του λέει: «Εγώ σου πήρα το φως, γιατί δεν επίστεψες εις τα θαύματα».
†    ―    †

Η  ΑΓΙΑ  ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

    Η εκκλησία της Αναστάσεως δεν είχε εικόνα της Αγίας Παρασκευής. Και να πως απόκτησε την εικόνα αυτή ύστερα από ένα όνειρο. Η γριά Μαρία Πάναινα, που ήταν στην ερανική επιτροπή για το κτίσιμο της εκκλησίας, άκουσε στον ύπνο της μια φωνή να της λέει: «¨Έλα κάτω στην εκκλησία του Χριστού να δεις ότι δεν έχει την εικόνα της Αγίας Παρασκευής».
    Ξύπνησε η γριά Πάναινα ταραγμένη μετά το όνειρο που είδε. Αμέσως τότε έστειλε ένα γνωστό της στην Αθήνα για να της αγοράσει με δικά της λεφτά την εικόνα της Αγίας Παρασκευής, την οποία με ευλάβεια χάρισε στην εκκλησία. Μέχρι σήμερα πολλά θαύματα έχει κάνει η χάρη της Αγίας στους πιστούς προσκυνητές του Ιερού Ναού.

†    ―    †

ΠΟΙΟΣ  ΜΟΝΟ  ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ  ΤΟΝ  ΚΑΡΚΙΝΟ

    Ένα από τα ποιο σοβαρά περιστατικά θεραπείας με την θαυματουργό επέμβαση της Θεοτόκου και χάρη στην πίστη του ασθενούς, είναι και το παρακάτω, εάν σκεφτεί κανείς ότι η ασθενείς που θεραπεύτηκε έπασχε από την τρομερότερη αρρώστια, που η παγκόσμια επιστήμη θεωρεί ως σήμερα αθεράπευτη, τον καρκίνο.
    Σχετικά με αυτό, αφηγείται η πενηντάχρονη Χρύσω Χαρανή, που κατοικεί στην οδό Ηρακλείου αριθ. 33 της Νέας Ιωνίας.
    -Προσβληθείσα από καρκίνο της μήτρας, πήγα στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο, όπου οι γιατροί με υπέβαλαν στη μόνη μέθοδο που εφαρμόζεται με ράδιο(Ραδιοθεραπεία είναι η χρήση ιονίζουσας ραδιενέργειας για την αλλαγή της δομής των μορίων εντός των φυ
σιολογικών και των καρκινικών κυττάρων.
Τα ανώμαλα κύτταρα είτε καταστρέφονται εντελώς, είτε περιορίζεται η αναπαραγωγική ικανότητα τους, επιβραδύνοντας την εξάπλωση του καρκίνου). και με ακτίνες, αφού μου έκαναν εγχείρηση. Έμεινα στο κρεβάτι έξι μήνες και η μόνη μου ευχαρίστηση και απασχόληση που είχα στο διάστημα αυτό ήταν να διαβάζω την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και διάφορα άλλα χριστιανικά βιβλία. Διαβάζοντας διάφορα ρητά και λόγους παρηγοριάς, ένιωσα μια ξεχωριστή εντύπωση από αυτό που έγραφε σε ένα μέρος του βιβλίου, ότι όσο ασθενεί ένας άνθρωπος, τόσο γίνεται πιο τέλειος κατά την δοκιμασία. Και μου γεννήθηκε τότε η επιθυμία να αρρώσταινα περισσότερο για να τελειοποιηθώ. Την άλλη μέρα ήταν να μου κάνουν επί 60 ώρες ράδιο κι εγώ δέχτηκα αυτή τη φορά με ευχαρίστηση την δοκιμασία μου και το μαρτύριο της αρρώστιας μου. Από τις ακτίνες όμως που μου έκαναν, το έντερό μου καταστράφηκε και έπαθε διατρήσεις και έφτασα σε μια οικτρή κατάσταση και οι γιατροί με απελπίσανε. Ένας μάλιστα μου είπε καθαρά ότι δεν είχα ζωή παραπάνω από 6 – 8 μήνες το πολύ. Να τώρα που έγινε το θαύμα και βρίσκομαι στη ζωή ύστερα από τόσα χρόνια:
    «Η αδελφή μου πηγαίνοντας συχνά στο Ναό Αναστάσεως του Χριστού, στα Σπάτα, μου αφηγείται τα θαύματα που γίνονταν. Μου έφερε και ένα βιβλίο που τα έγραφε. Διαβάζοντας το βιβλίο σχημάτισα ακράδαντη πίστη ότι ο Κύριος θα με έκανε καλά αν κατέφευγα στη δύναμή Του. Το είπα της αδελφής μου, η οποία πρόθυμα πήγε και μου έφερε από το αγίασμα της Αγίας Πέτρας, το οποίο αφού το ήπια με πίστη στο Θεό, μου έκλεισε η πληγή των εντέρων. Σιγά – σιγά, και ενώ διαρκώς προσευχόμουνα στον Χριστό, ένιωσα να καλυτερεύει η θέση μου, έως ότου βγήκα από το Νοσοκομείο, θεραπεύτηκα τέλεια και διέψευσα τους γιατρούς!».
†    ―    †

          Ο  ΑΠΙΣΤΟΣ  ΠΟΥ  ΕΧΑΣΕ  ΤΗ  ΛΑΛΙΑ  ΤΟΥ

    Οι Αθηναϊκές εφημερίδες, στις 9 Ιουνίου 1947 δημοσίευσαν την ακόλουθη είδηση για ένα θαύμα κατά το οποίο χωρικός από το Πικέρμι έχασε την ομιλία του, με πολύ περίεργο τρόπο, γιατί διακήρυττε ότι δεν πίστευε.
    «Κάτι το εντελώς ανέλπιστο –έγραψε επί λέξει η «Βραδυνή», από την οποία το αντιγράφουμε- που κρατεί εν συγκινήσει ολόκληρον την περιφέρειαν της Αττικής, συνέβη προ τετραημέρου εις το χωρίον Σπάτα. Ο παντοπώλης του Πικερμίου Χρήστος Πέτρου, πληροφορηθείς ότι η αδελφή της συζύγου του, Ρηνούλα έφυγε από το σπίτι του που την φιλοξενούσε και μετέβει εις τα Σπάτα δια να παρακολουθήσει την αγρυπνία του εκεί Ναού «Ανάστασης Χριστού», έγινε έξω φρενών και επήγε αμέσως εις αναζήτησίν της. Πράγματι, το ίδιο βράδυ, κατά τις 11, έφθασε εις την εκκλησίαν των Σπάτων και την συνήντησεν εκεί, της είπεν εις έντονον ύφος:
    -Εδώ έρχονται κουλοί, στραβοί, μουγγοί. Εσύ δεν έχεις τίποτα. Τι γυρεύεις λοιπόν εδώ; Πάμε να φύγουμε αμέσως. Και μην πιστεύεις σ’ αυτά τα πράγματα!
    Χωρίς δε να χάσει καιρό, ο Πέτρου την άρπαξε από το χέρι και εβγήκαν από την εκκλησία για να επιστρέψουν στο σπίτι τους.
    Μόλις όμως επροχώρησαν μερικά βήματα, παρουσιάσθη εμπρός των ένας υψηλός νέος, ξανθός, με χωρίστρα τα μαλλιά, τον έπιασε σφιχτά από τον λαιμό και του είπε:
    «Γι’ αυτό που έκαμες έπρεπε να σου πάρω την ψυχή. Αλλά θα σου πάρω μόνον την λαλιά!».
    Και αφού είπε αυτά, ο μυστηριώδης νέος εξηφανίσθη.
    Ο Πέτρου και η κουνιάδα του κατατρομαγμένοι εσυνέχισαν τον δρόμο τους. Εκείνη στο δρόμο του μιλούσε χωρίς να παίρνει απάντηση. Έμεινε όμως με την εντύπωση ότι τούτο ωφείλετο εις το ότι ο Χρήστος ήτο θυμωμένος μαζί της.
    Όταν έφθασαν εις το σπίτι, η γυναίκα του τον ερώτησε εάν ήτο κουρασμένος κι αν θέλει να φάγει ή να κοιμηθεί αμέσως. Εκείνος όμως εξακολουθούσε  να μην απαντά και ηναγκάσθη να της γράψει σ’ ένα χαρτί τι ακριβώς του συνέβη.
    Η γυναίκα του άρχισε να κλαίει. Αναστατώθηκε ολόκληρο το χωριό, μόνον δε ύστερα από μια παράκληση που έγινε από τον παπά της ίδιας εκκλησίας των Σπάτων ο άπιστος Πέτρου ξαναβρήκε τη λαλιά του.
†    ―    †

            Ο ΜΕΓΑΣ  ΙΑΤΡΟΣ  ΣΩΜΑΤΩΝ  ΚΑΙ  ΨΥΧΩΝ

    Η κ. Κλειώ Καβάρλη, κάτοικος της Ν. Φιλαδέλφειας, που υπέφερε από σπονδυλίτιδα βαρειάς μορφής επί 4 ολόκληρα χρόνια, αφηγείται το θαύμα της θεραπείας της, ενώ οι γιατροί την είχαν απελπίσει ότι δεν θα γίνονταν καλά.
    -Ύστερα από ένα σοβαρό χτύπημα της μέσης έπαθα σπονδυλίτιδα και έπεσα στο κρεβάτι. Δεν μπορούσα να κινηθώ καθόλου. Οι γιατροί που καλέσαμε, όλοι συμφωνούσαν πως είχα σπονδυλίτιδα ανίατης μορφής. Πήγαιναν κι ερχόντουσαν γιατροί, φάρμακα, δίαιτες, τίποτε όμως δεν μπορούσε να μου φέρει καμιά καλυτέρευση. Περνούσαν οι βδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια κι εγώ απελπισμένη βρισκόμουνα ακίνητη στο κρεβάτι του πόνου. Εκεί μου έφερε κάποτε μια γειτόνισσα ένα βιβλίο, στο οποίο γράφονταν διάφορα για τα θαύματα του Ναού της Αναστάσεως στα Σπάτα. Διαβάζοντας το βιβλίο, πολλές φορές ένιωσα τα μάτια μου να δακρύζουν. Ένα απόγευμα, εκεί που είχα σταματήσει το διάβασμα και συλλογιζόμουν δακρυσμένη, ότι δεν θα ήταν δυνατόν να εκδηλωθεί η θεία ευσπλαχνία σε μένα την αμαρτωλή που υπέφερα τέσσερα χρόνια, τότε που ήμουν ακίνητη στο κρεβάτι, ανοίγει ξαφνικά η πόρτα της κάμαράς μου και παρουσιάζεται μπροστά μου ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, με σεβάσμια και γαλήνια όψη και μου λέει: «Γιατί κλαίς, παιδί μου;» Η μόνη μου σκέψη τότε ήταν να φωνάξω την αδελφή μου για να της πω να φιλοξενήσουμε τον γέροντα, αλλά εκείνος πρόλαβε, σαν να μάντεψε την σκέψη μου και μου είπε: «Δεν θέλω τίποτε. Ήλθα μόνο να σου ειπώ να κάμεις υπομονή και θα φύγουν οι πόνοι σου και θα γίνεις καλά…».
    «Όχι, φώναξα, έχω τρομερούς πόνους. Θέλω να πεθάνω! Δεν μπορώ να υποφέρω πια!». «Δεν είναι τίποτα απελπιστικό, παιδί μου, φυλάξου από το κακό. Κάνε υπομονή», μου επανέλαβε ο γέρος.
    Τότε σαν να ξαστέρωσε το μυαλό μου και σκέφτηκα, γιατί μου έδειχνε τόση συμπόνια ο άγνωστος εκείνος άνθρωπος; Και τον ρώτησα. «Ποιος είσαι εσύ, καλέ μου άνθρωπε, και μου λες με τόση καλοσύνη λόγια παρηγοριάς και ελπίδας;». Δεν είχα τελειώσει καλά – καλά την ερώτησή μου και βλέπω εκεί μπροστά στα μάτια μου ένα ασύλληπτο και στη μεγαλύτερη φαντασία θεσπέσιο όραμα. Ο γέροντας είχε μεταμορφωθεί ακαριαία και είχε πάρει την γλυκύτατη μορφή του Σωτήρος. Σήκωσε το δεξί χέρι του, έκανε πάνω μου το σημείο του σταυρού και χάθηκε! Έβαλα τότε τα κλάματα, που ήταν κλάματα όχι απελπισίας αλλά χαράς. Φώναξα τον πατέρα μου και την αδελφή μου, τους αφηγήθηκα την εμφάνιση του Κυρίου και γονάτισαν δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Θεό. Την ίδια μέρα πήγε ο πατέρας μου στα Σπάτα, βρήκε την Θεοσεβή Ελένη και της ζήτησε και του έδωσε αγιασμό και ένα μικρό κομματάκι (έως μια φακή) από την Αγία Πέτρα και την ώρα που έφευγε ο πατέρας μου, η Ελένη σαν εμπνευσμένη, του λέει: «Σε σαράντα μέρες η κόρη σου θα περπατήσει…». Όταν έκλειναν 40 μέρες, ήταν παραμονή του Ευαγγελισμού και ακούει η αδελφή μου μια φωνή να της λέει: «Αριάδνη, να έλθει η Κλειώ (δηλαδή εγώ) στην εκκλησία, που βρίσκομαι τώρα εκεί. Θα την περιμένω.
    «Σήκω να πας στην εκκλησία», μου λέει με δάκρυα η αδελφή μου. Κάνω να σηκωθώ, μα τα πόδια μου ήταν σαν παράλυτα. Κάνω τον σταυρό μου και λέω: «Βαγγελίστρα μου, βοήθησέ με να έλθω. Χριστέ μου, δώσε μου τη δύναμή σου…» Παίρνω τότε με θάρρος μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι μου και στηριζόμενη σ’ αυτή αρχίζω σιγά – σιγά να περπατώ! Προχωρώ κι έτσι κατορθώνω να φτάσω στην εκκλησία. Σ’ όλο το δρόμο νόμιζα πως κάποιος με βοηθούσε κρατώντας με από το χέρι. Η πίστη μου μαζί με την χαρά μου μού έδιναν δύναμη να βαδίζω και μέσα μου ένιωθα σαν να ξαναγεννιόμουνα σ’ ένα κόσμο χαράς και ομορφιάς, σ’ ένα κόσμο καλοσύνης και εξαΰλωση. Όταν με σταύρωσε ο παπάς στην εκκλησία με την Αγία Λόγχη, το θαύμα είχε ολοκληρωθεί. Όσοι με ήξεραν παράλυτη επί τέσσερα χρόνια και με είδαν ξαφνικά να περπατώ και να είμαι ολότελα υγιής, ομολόγησαν ότι είχε γίνει θαύμα.
†    ―    †

ΤΟ  ΘΑΥΜΑ  ΠΟΥ  ΕΓΙΝΕ  ΣΤΟ  ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ»

    Στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» νοσηλευόταν ο Εμμανουήλ Χαρουσόπουλος, ο οποίος είχε πάθει γενική μόλυνση. Παρ’ όλες τις ιατρικές περιθάλψεις, ο άρρωστος είχε φτάσει σε πολύ κρίσιμο σημείο και οι γιατροί εξέφραζαν βάσιμες υποψίες πως δεν θα ζούσε.
    Μια συγγενής του άρρωστου διαβάζοντας την ημέρα εκείνη, που πήγαινε να τον επισκεφτεί στο νοσοκομείο, για κάποιο θαύμα που έγραφαν οι εφημερίδες πως έγινε με την βοήθεια του Χριστού, του οποίου ο Ιερός Ναός είχε ανεγερθεί στα Σπάτα ύστερα από εμφάνιση του Κυρίου σε μια ευσεβή χωρική, την Ελένη, σκέφτηκε να ζητήσει την θεραπεία του Χαρουσόπουλου με την βοήθεια του Σωτήρα.
    Πήγε λοιπόν και βρήκε στα Σπάτα την ευσεβή Ελένη και την παρακάλεσε να πάνε στον νοσηλευόμενο συγγενή της στον «Ευαγγελισμό». Η Ελένη, - πρόθυμη όπως πάντα- δεν αρνήθηκε. Πήρε μαζί της λάδι από το καντήλι του Χριστού και μόλις έφτασε στο θάλαμο που νοσηλευόταν ο Χαρουσόπουλος, ζήτησε από την συγγενή του, χωρίς να είναι παρούσα καμιά νοσοκόμα, να γυμνώσει το στήθος και την πλάτη του αρρώστου, τον οποίο άλειψε με το λάδι του Χριστού, κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού επάνω στο σώμα του.
    Δεν μπορεί να περιγραφεί η έκπληξη των νοσοκόμων και των γιατρών όταν είδαν την άλλη μέρα, να βελτιώνεται αλματικά η υγεία του αρρώστου, για τον οποίο είχαν απελπιστεί. Ύστερα από λίγες μέρες ο Χαρουσόπουλος έβγαινε από τον «Ευαγγελισμό» τελείως καλά. Πρώτη του δουλειά τώρα, ήταν να πάει στα Σπάτα και να προσκυνήσει την Ανάσταση του Χριστού, που είχε συντελέσει για το θαύμα της σωτηρίας του από βέβαιο θάνατο.
                                                    †    ―    †
                            

ΑΛΛΗ  ΑΠΙΣΤΗ
    Ένα Σάββατο βράδυ, ήρθαν για αγρυπνία πολλές γυναίκες και άνδρες στην εκκλησία της Αναστάσεως. Στις 01:00 μετά τα μεσάνυχτα παρατήρησαν μερικές γυναίκες ένα ιδιαίτερο φως μέσα στο ιερό και πήγα κοντά και εγώ, η Ερρικέτη, από το χωριό Σπάτα, να δω και παρατηρούσα, αλλά δεν έβλεπα τίποτα. Ένας κύριος, ο Κατσώλης Γεώργιος, με ρώτησε τι βλέπω και του είπα: «Δεν βλέπω τίποτα, αλλά θαρρώ πως οι γυναίκες κάποια αντανάκλαση φωτός βλέπουν και θαρρούν πως είναι θαύμα». Μόλις είπα αυτά, αισθάνθηκα κάποιον να με πιέζει από πίσω και να με σηκώνει ψηλά, να με τινάζει δεξιά και αριστερά, χωρίς να βλέπω κανένα και αισθάνθηκα ότι βρισκόμουν ένα μέτρο από την γη. Μόλις είδα το θαύμα αυτό τρόμαξα και άρχισα να φωνάζω: «Χριστέ μου, σώσε μας τους αμαρτωλούς». Από τότε πιστεύω ακλόνητα στη δύναμη της Θεοτόκου και στα όσα θαύματα έγιναν στην εκκλησία του Χριστού μας.
†    ―    †

ΕΝΑ  ΘΑΥΜΑ  ΚΟΝΤΑ  ΣΤΟ  ΑΛΛΟ
     Σ’ ένα από τα νεόκτιστα σπίτια του ψυχικού, επί της λεωφόρου Γεωργίου Κονδύλη, έμενε η Δέσποινα Δίρνα, μια ενάρετη και ευσεβείς νεαρή γυναίκα, η οποία αφηγείται το διπλό θαύμα που της συνέβη.
    -Επί πέντε χρόνια έπασχα από παραλυσία των άκρων. Σαν να μην έφτανε όμως αυτό, έπασχα και από δαιμονοπείραξη. Δηλαδή μου υπέβαλε σε βασανιστήρια το σώμα μου το κακό πνεύμα.
    Μια ξαδέλφη μου ήλθε ένα πρωί και μου είπε ότι είχε δει στον ύπνο της ένα όνειρο σπουδαίο. Είχε παρουσιαστεί μια μαυροφορεμένη γυναίκα, με λαμπρή όψη, η οποία της είπε:
    -«Να υπάγεις να πάρεις την εξαδέλφη σου Δέσποινα και να την φέρεις εις τα Σπάτα όπου είναι η οικία του υιού μου και εκεί θα γίνει καλά».
    Τότε η ξαδέλφη μου την ρώτησε: «Ποια είσαι συ;» «Είμαι η Παναγία η Δέσποινα», της απάντησε και χάθηκε.
    Όταν μας ανακοίνωσε το παράξενο αυτό όνειρο η εξαδέλφη μου, όλοι στο σπίτι μου είπανε ότι έπρεπε να με μεταφέρουν στην εκκλησία στα Σπάτα. Έτσι και έγινε το άλλο πρωί αμέσως.
    Μόλις με τοποθέτησαν μέσα στον Ναό της Αναστάσεως, απέναντι από την εικόνα του Σωτήρος, ένιωσα πως μπορούσα να κινώ τα παράλυτα χέρια και πόδια μου και συγχρόνως πως είχε παύσει η ταραχή που μου προκαλούσε το κακό πνεύμα.
    Έτσι θεραπεύτηκα και από τα δύο νοσήματά μου. Όταν όμως γονάτισα στον Κύριο και θέλησα να αφιερώσω το δακτυλίδι μου στην εικόνα του, μόλις το έβγαλα από το δάκτυλό μου και πήγαινα να το κρεμάσω, αυτό τεμαχίστηκε στα δύο. Και όπως εξηγήθηκε κατόπιν το περίεργο αυτό συμβάν, το δαχτυλίδι κόπηκε στα δύο, γιατί δύο ήταν οι αρρώστιες από τις οποίες είχα θεραπευτεί και δύο θα έπρεπε να είναι τα αφιερώματα. Έτσι λοιπόν έγιναν και τα δύο θαύματα.

‡‡ ‡‡  ‡‡  ‡‡  ‡‡  ‡‡